Λαμπράκος Γιώργος και η ιστοσανίδα του


Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1977. Σπούδασα «Χρηματοοικονομικά» στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, «Φιλοσοφία των Επιστημών» στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Μετάφραση» της αγγλικής και της γερμανικής γλώσσας στο ΕΚΕΜΕΛ. Έχω δημοσιεύσει τρία λογοτεχνικά βιβλία (Αναμνήσεις από το Ρετιρέ, 2009, 2η έκδ. 2010, Αγνοούμενος, 2010, Υπογείωση, 2012), καθώς επίσης ποιήματα, αφηγήματα και δοκίμια σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά (Acidart, Bookpress, Κοντέινερ, Κουκούτσι, Μανδραγόρας, Νησίδες, Οροπέδιο, Ποιητική, CITY VIBES, Τεφλόν, Unfollow) και εφημερίδες (Αξία, Αυγή, Ελευθεροτυπία). Ένα εκτενές απόσπασμα από το πρώτο μου βιβλίο, σε μετάφραση Ευαγγελίας Αυλωνίτη, δημοσιεύτηκε στο έντυπο αμερικανικό περιοδικό “The Brooklyn Rail” (February, 2011). Έχω μεταφράσει ποίηση, ψυχανάλυση, θεωρία λογοτεχνίας, ιστορία της τέχνης, φιλοσοφία, βιογραφίες (εκδόσεις Κέδρος, Μεταίχμιο, Νεφέλη, Οκτώ, Πατάκης)."


NO14ME


Λίγους μήνες πριν, το ιστολόγιο έκλεισε τα δυο του χρόνια. Από την πρώτη συμβολική ανάρτηση, με το ποίημα «Βιογραφία» του Λειβαδίτη, έως σήμερα,που οι αναρτήσεις έχουν ξεπεράσει τις 280, οι λόγοι για τους οποίους συνεχίζω να γράφω και να συντηρώ το ιστολόγιο έχουν αποκρυσταλλωθεί. Η παρουσίαση ενός βιβλίου αποτελεί πλέον για μένα αναπόσπαστο μέρος της ανάγνωσης, ολοκλήρωση της εμπειρίας. Το ιστολόγιο ελάχιστα μετέβαλε τις αναγνωστικές μου συνήθειες,αποτελώντας ένα προσωπικό ημερολόγιο ανάγνωσης.
Το ταξίδι στη μπλογκόσφαιρα ξεκίνησε ως μοναχική διαδικασία αλλά όσο περνάει ο καιρός γύρω από το ιστολόγιο δημιουργείται ένας σταθερά αυξανόμενος πυρήνας από πρόσωπα που με κάποιον τρόπο έφτασαν ως εκεί.
Οι άνθρωποι που διαβάζουν δεν είναι τόσοι λίγοι όσοι πολλοί ισχυρίζονται. Ευτυχώς.


ONE:STORY - Μια ιστορία κάθε μέρα



Το διαδίκτυο αποτέλεσε, από τα πρώτα χρόνια της εξάπλωσής του, ένα προνομιακό πεδίο έκφρασης και δημοσιοποίησης πρωτογενούς λογοτεχνικού υλικού από τους ίδιους τους δημιουργούς. Τα κείμενα βρίσκουν διέξοδο προς το κοινό, εκπληρώνοντας τον βασικό προορισμό τους: να διαβαστούν και να διαδοθούν. Η χαοτική και κατανεμημένη φύση του μέσου, όμως, δημιουργεί θέματα ανεύρεσης και ταξινόμησης του περιεχομένου για τους χρήστες και γι’ αυτό έχουν δημιουργηθεί λογοτεχνικοί δικτυακοί τόποι που επιλέγουν, φιλτράρουν και προτείνουν ύλη στους αναγνώστες.
Ο ιστοχώρος ONE:STORY (www.onestory.gr) είναι μια πειραματική προσπάθεια με στόχο να λειτουργήσει ως ανοικτή λογοτεχνική πλατφόρμα για οποιονδήποτε εκφράζεται δημιουργικά μέσω της γραφής. Πρόκειται για ένα εν εξελίξει συλλογικό έργο στην κατεύθυνση της ανοικτής λογοτεχνίας που πρεσβεύει η ψηφιακή βιβλιοθήκη OPENBOOK (www.openbook.gr). Στις σελίδες του φιλοξενεί κάθε μέρα και μια καινούρια ιστορία από διαφορετικό συγγραφέα, σαν ένα καθημερινό ψηφιακό ημερολόγιο λόγου.
Στον ιστοχώρο www.onestory.gr δημοσιεύονται αποκλειστικά διηγήματα, έκτασης έως 2.000 λέξεων (για να είναι ξεκούραστη η ανάγνωσή τους από την οθόνη του υπολογιστή), μαζί με το βιογραφικό και κοινωνικούς συνδέσμους του συγγραφέα. Οποιοσδήποτε μπορεί να υποβάλλει ηλεκτρονικά τη συμμετοχή του για να συμπεριληφθεί, κατόπιν επιλογής, στη διαδικτυακή ανθολογία. Στη μακροσκελή λίστα των συγγραφέων της συλλογής ONE:STORY (http://www.onestory.gr/authors) συνυπάρχουν αρμονικά νέοι, πρωτοεμφανιζόμενοι δημιουργοί και καταξιωμένοι συγγραφείς, με κοινό παρονομαστή την ποιότητα της γραφής τους.

Του κόσμου τα βιβλία


Αποφάσισα να δώσω αυτό τον τίτλο στο μπλογκ μου, αφού τα τελευταία χρόνια όλο και πιο πολύ ενδιαφέρομαι για Του κόσμου τα βιβλία. Βιβλία από την Ασία και την Αφρική, την Ευρώπη και τη βόρειο και νότιο Αμερική.
Η παγκόσμια λογοτεχνία δεν είναι χρήσιμη μοναχά για την ψυχαγωγία του αναγνώστη, αλλά και για τη, με έμμεσο έστω τρόπο, μόρφωσή του. Έχω να το λέω ότι έμαθα περισσότερα πράγματα για την Αφρική διαβάζοντας τα βιβλία του Γουίλμπουρ Σμιθ από όσα διαβάζοντας ιστορία. Το ίδιο συνέβηκε και με την Ιαπωνία, την Ελλάδα, τη Μέση Ανατολή, τη Λατινική Αμερική.
Η λογοτεχνία ανοίγει τα μάτια μας στον κόσμο και είτε μας χαρίζει πολλά χαμόγελα είτε πλήθιες συγκινήσεις μας αναγκάζει, θέλοντας και μη, να συνειδητοποιήσουμε τις αλήθειες των άλλων που συχνά πυκνά διαφέρουν απ’ τις δικές μας ή ίσως και να μοιάζουν πολύ.
Αν υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που είναι πιο κοντά από τους άλλους στην ψυχοσύνθεση των ελλήνων αυτοί πιστεύω ότι είναι οι ιρλανδοί με την τεράστια διασπορά τους, αυτή τη διασπορά που ενέπνευσε πολλά έργα στα οποία το κυρίαρχο στοιχείο είναι η νοσταλγία για τη χαμένη πατρίδα. Βιβλία όπως το Μπρούκλιν του Κολμ Τοϊμπίν και το Εις γην Χαναάν του εξαίρετου Σεμπάστιαν Μπάρι. Βιβλία που θυμίζουν κάποιους έλληνες συγγραφείς.
Θα έλεγα ότι τα μυθιστορήματα που καταπιάνονται με το θέμα του νόστου είναι κατά κάποιο τρόπο τα αγαπημένα μου, αλλά η αλήθεια είναι ότι αγαπώ πολλά και διαφορετικά είδη λογοτεχνίας: το ιστορικό μυθιστόρημα, τα αστυνομικά αναγνώσματα, τα διηγήματα, τις δυστοπικές δημιουργίες, τα κάθε είδους παραμύθια. Τα βιβλία θα τολμούσα να πω ότι είναι η ζωή μου.
Θυμάμαι το πρώτο βιβλίο που διάβασα, τότε, στη μακρινή εφηβεία. Ήταν το Αποχαιρετισμός στα όπλα του Χέμινγουεϊ (κι ακόμη προσπαθώ να καταλάβω γιατί προφέρουμε το όνομά του μ’ αυτό τον τρόπο). Ο Χέμινγουεϊ με οδήγησε στους κλασικούς ρώσους συγγραφείς. Οι ρώσοι στους γάλλους. Κι από τότε το ταξίδι συνεχίζεται.
Πολλοί λένε ότι διαβάζουν για να ξεχάσουν και να ξεχαστούν, κάποιοι όμως ίσως και να το κάνουν απλά και μόνο σε μια προσπάθεια να βρουν στις σελίδες ενός βιβλίου τις αλήθειες τους, ένα τρόπο να ξεφύγουν από τα αδιέξοδά τους. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι συγγραφείς μάς εκφράζουν απόλυτα με τις σκέψεις και τις ατάκες τους, και ούτε και είναι λίγες οι φορές που δίνουν στον αναγνώστη την ευκαιρία να ψάξει βαθιά στο μέσα του και να βρει τις προσωπικές του απαντήσεις. Θυμάμαι, πριν λίγους μήνες διάβαζα μια συλλογή διηγημάτων της Miranda July και όλο σκεφτόμουνα: αυτό είναι… αυτό είναι… αυτό είναι… Όλα όσα σκεφτόμουνα εκείνη την εποχή τα έβλεπα πια αποτυπωμένα στο χαρτί και γι’ αυτό πιο ξεκάθαρα.
Τα βιβλία είναι οι καλύτεροι και πιο ιδιόρρυθμοι φίλοι μας. Αυτοί που μας κάνουν να γελάμε, να θυμώνουμε, να δακρύζουμε και ν’ αναπολούμε. Και τα βιβλία είναι το παράθυρό μας στον όλο και πιο μικρό, αλλά όλο και πιο παράξενο κόσμο εκεί έξω. Το μπλογκ, Του κόσμου τα βιβλία, προσπαθεί να δώσει στους αναγνώστες μια καλύτερη εικόνα του τι συμβαίνει κάπου αλλού, κάπου μακριά, μέσα από τα λόγια κάποιων ανθρώπων που ίσως να ζουν ή και να έζησαν πολύ διαφορετικά απ’ αυτούς, αλλά ίσως και όχι. Στο τέλος, έτσι κι αλλιώς, αυτό που μετρά είναι το ταξίδι.

Lectores et Recitatores



To ιστολόγιο «Lectores et Recitatores», δηλαδή «Αναγνώστες και Αφηγητές» ξεκίνησε τη διαδικτυακή του παρουσία το Νοέμβριο του 2011. Είναι το προσωπικό ιστολόγιο του φιλολόγου Αποστόλη Κ. Κωνσταντίνου και δημιουργήθηκε μετά από την παρότρυνση και τη βοήθεια ξεχωριστών και χαρισματικών μαθητών του οι οποίοι συμμετείχαν, με ενθουσιασμό, στην αναγνωστική ομάδα που ο ίδιος συντόνιζε στο σχολείο του (3ο ΓΕΛ Ηρακλείου Αττικής). Σκοπός του ιστολογίου, στην αρχή, ήταν να ενθαρρύνει τους μαθητές – αναγνώστες του να αναπτύσσουν γόνιμο, συζητητικό προβληματισμό ώστε να εδραιωθεί στη συνείδησή τους η λογοτεχνία ως μια δύναμη που δημιουργεί αισθητική, ευαισθησία και κριτική ικανότητα.
Από την αρχή της παρουσίας του μέχρι σήμερα το ιστολόγιο συμπεριέλαβε, σταδιακά, στη θεματολογία του πολλά άλλα θέματα, πέρα από τη λογοτεχνία. Λειτουργεί πια ως χώρος υποστήριξης και ανατροφοδότησης των μαθημάτων που γίνονται στην τάξη, ως χώρος επικοινωνίας μαθητών και ως τόπος υποστήριξης και ανάρτησης μαθητικών εργασιών.
Ως διαχειριστής του ιστολογίου προσπαθώ, μέσα από ερανίσματα του διαδικτυακού κόσμου, που επιλέγω καθημερινά, αλλά και με τα δικά μου σύντομα σχόλια, να δίνω στους μαθητές μου ερεθίσματα – τροφή για σκέψη, με απώτερο σκοπό την ανάπτυξη της κριτικής τους συνείδησης. Η εμπέδωση της σχολικής γνώσης μέσα από τη σύνδεσή της με την πραγματική ζωή αποτελεί βασική μέριμνα της παιδαγωγικής μου στάσης, στην οποία συνεισφέρει και το ιστολόγιο. Θα μπορούσε επιγραμματικά να πει κάποιος ότι είναι μια απόπειρα συνέχισης της παιδαγωγικής μου παρέμβασης με ένα πιο ελεύθερο και αντι-συστημικό ύφος που ενθαρρύνει το μαθητή να επιλέξει μόνος του τι θα μάθει και πόσο θα εμβαθύνει σε ό,τι του προσφέρεται ως ερέθισμα για την καλλιέργεια της γνωστικής, συναισθηματικής και πολιτικής του ύπαρξης.

Dont Ever Read Me

To Dont Ever Read Me είναι ένα ιστολόγιο για τα βιβλία, ελληνόγλωσσα και μη, και την αναγνωστική εμπειρία. Με προτίμηση στις βιβλιοπαρουσιάσεις - και όχι στις βιβλιοκριτικές - το Dont Ever Read Me έχει ως σκοπό να φέρει κοντά όσους αγαπούν το βιβλίο.

Λόγος (Ιστολόγιο του Πάνου Καπώνη)

Κάποτε, στα πρώτα χρόνια των ποιητών της δεκαετίας του 70, ένας από όλους τους ομολόγους ποιητές [πολύ γνωστός σήμερα, όπως και η μπέρτα του] με λοιδόρησε γιατί είχα αγοράσει ένα μεταχειρισμένο 2CV (ντε σεβώ)! Κόντρα βέβαια σε αυτή τη αναχρονιστική νοοτροπία, η τεχνολογία προχώρησε πολύ περισσότερο από την ποίηση. Έτσι, για να ισορροπήσω τη μεγάλη διαφορά μεταξύ τεχνολογίας και ποίησης, επέλεξα, με την βοήθεια του γιου μου Δημοσθένη (μηχανικός Η/Υ Imperial College) τη δημιουργία του blog http://logos.caponis.gr όχι μόνο για να διαδίδεται η ποίηση και γενικά η λογοτεχνία σε όλα τα στρώματα του λαού, αλλά και για να προβάλλονται τα τεκταινόμενα γύρω από την πνευματική ζωή αλλά και οι δικές μου εμπειρίες από τα ατέλειωτα διαβάσματα, που πολλές φορές μετουσιώνονται σε παρουσιάσεις ή κριτικές ή δοκίμια.

Λέσχη Ανάγνωσης DEGAS


«Μια Σχέση Γρίφος»

Γρίφος η σχέση μου με το διάβασμα.Μετράει τόσα χρόνια όσα κι εγώ.
Από παιδάκι,απ΄ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου-έτσι δεν λένε;-κυκλοφορούσα με ένα βιβλίο στο χέρι και τα καλοκαίρια συχνά προτιμούσα,από το να παίζω όλη μέρα στην αυλή μας,να αράζω κάτω από μια συκιά που είχαμε στο πατρικό μου και να χαζεύω στην αρχή τις εικόνες από τα βιβλία και αργότερα ,αφού πήγα πια στο σχολείο, να διαβάζω και τα εντός τους.
Είμαι παιδί της πόλης,γέννημα-θρέμμα της Αθήνας της δεκαετίας του΄60
-όμως αυτό, να χαρείτε,ξεχάστε το στην συνέχεια,έχω μια τάση να κρύβω την ηλικία μου,τ΄ομολογώ-παιδί πτωχών πλην τιμίων,εργατικών και φιλόστοργων γονιών και αν και το διάβασμα στην μικρομεσαία γειτονιά μου δεν ήταν η μεγαλύτερη αγάπη των γύρω μου, εγώ το κόλλησα μάλλον λόγω του πατέρα μου,ο οποίος ήταν η...περίπτωση στην περίπτωσή μου.
Μεγαλούτσικος ήδη στα χρόνια,μορφωμένος για την εποχή και την τάξη του (γερμανομαθής, απόφοιτος σχολαρχείου),μηχανικός-τορναδόρος όμως στο επάγγελμα,φανατικός εχθρός των αυτοκινήτων και υπέρμαχος των ποδηλάτων,
λάτρης της οπερέτας και πολέμιος του ρεμπέτικου, πολυποίκιλος και αναποφάσιστος ως προς την ανάγνωση,μάλλον ακραιφνής χαρτοσυλλέκτης που δεν άφηνε τίποτα να πέσει στα χέρια του που να μην το διαβάσει:εφημερίδες, περιοδικά του τύπου "Ρομάντζο" και «Θησαυρός»,λογοτεχνικά όπως το «Πάλι», Έλληνες και ξένους,πεζογράφους και ποιητές-τα «Άπαντα» του Παλαμά κι ο Λέων Τολστόι εικονίσματα ήταν στο σπίτι μας-εγκυκλοπαίδειες πάσης φύσεως που βγαίναν σε τεύχη κι έτρεχε στα περίπτερα να τις συγκεντρώσει όλες κι εννοείται τις ξεκοκκάλιζε πρώτος και καλύτερος, σταυρόλεξα όλων των βαθμών δυσκολίας και ακόμα ακόμα τα φυλλαράκια των ημερολογίων τοίχου,διόλου απρόσμενο!Τόμοι,βιβλία,χαρτί παντού.Ε,κάποιος θα ξεσήκωνε τα χούγια του.Εγώ.Που ως παιδάκι δεν είχα ψυχολογικές ανασφάλειες και σωματικά κουσούρια,ούτε μοναχικό και αντικοινωνικό ήμουν,οι πάντες με θέλανε στα παιχνίδια και από παρέες άλλο τίποτα,δηλαδή προς μεγάλη μου απογοήτευση και πιθανόν και δική σας δεν είχα καμιά σχέση με το, άκρως λογοτεχνικό, είδος παιδίσκης ,που επειδή δεν έχει φίλους ή την δέρνει ο πατριός της,στράφηκε στο διάβασμα και ταξιδεύει μονάχη και θλιμμένη στα λογοτεχνικά σύμπαντα.
Κάτω από άλλες συγκυρίες δηλαδή όχι με τον συγκεκριμένο πατέρα ποιος ξέρει αν θα γινόμουν βιβλιόφιλη.
Η μάνα μου από την άλλη δεν μπορώ να πω ότι ήταν του βιβλίου,της φωνής όμως ήταν.Φώναζε.Φώναζε συστηματικά κι ακάματα επί σειρά
καλοκαιριών «πού ακούστηκε να κάθονται τα παιδάκια κάτω από τις συκιές,στο παλιόδεντρο που κρεμάστηκε ο Ιούδας, καλοκαιριάτικα και να διαβάζουν» και «πες της, χριστιανέ μου, καμιά κουβέντα,τι να τον κάνει τον Ριχάρδο Λεοντόκαρδο,κοριτσάκι είναι» ή «εμ,αυτά βλέπεις αυτά θα ξεσηκώσεις,όταν θα χαλάσεις τα μάτια σου,θα΄ναι πολύ αργά» και άλλα ωραία και ποιητικά.
Φώναζε στον άντρα της,που την καθησύχαζε, φώναζε στεντορείως και ματαίως, φώναζε «πήξαμε πια στο χαρτομάνι».
Και μια μέρα,που είχε έρθει στο δικό μου πια σπίτι, είχα φτάσει στα τριαντατρία,έβαλε κάτι φωνές -λεχώνα εγώ τότε, φυσικά πάλι διάβαζα- «και τι κατάλαβες που τόσα χρόνια, καημένη,διαβάζεις,κι όλο διαβάζεις,κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας σου διάβαζε, αυτός είχε και τα πολιτικά στην μέση,τον φάγανε οι παρέες,να τώρα,εσύ να είσαι με τόση μόρφωση,όμως άλλοι να παίρνουνε τις θέσεις τις καλές στο δημόσιο». «Άσε μας ρε μάνα κι εσυ και το κολοδημόσιο»,μουρμούρισα μα το άκουσε και… δεν ξανασχολήθηκε.Ούτε ξαναφώναξε.Ησύχασε το κεφάλι μου μια και καλή!
Σταματώ εδώ,δεν χρειάζεται να σας κουράσω άλλο με τις αναγνωστικές μου εξομολογήσεις ,μπορεί μάλιστα έτσι να μοιάζουν κι οι δικές σας. Καταλάβατε τι σχέση έχω με το βιβλίο.Διαβάζω-το προσπαθώ δηλαδή-καλοπρόθετα τα πονήματα των άλλων ανθρώπων και θέλω να πιστεύω πώς το κάνω με τα μάτια της καρδιάς,υποκειμενικά,παθιασμένα,με το συναίσθημα σε επιφυλακή.
Διαβάζω,σαν τον πατέρα μου, πολλά και διάφορα,γι αυτό νομίζω μπορώ να ξεσκαρτάρω ακόμα και μέσα σε χωματερή κι ό,τι με αγγίξει να το προτείνω με περισσότερη σιγουριά.
Κάπως έτσι και με μια πινελιά συγγραφικής διάθεσης και ολίγη ανθρώπινη ματαιοδοξία-ακόμα απειλώ ότι όταν μεγαλώσω θα γίνω συγγραφέας- ξεκίνησα την λέσχη ανάγνωσης Degas και το blog και να΄στε καλά που με ανέχεστε ως… μπλογκού και συναναγνώστρια…

Bookspotting

Μια ζωή βιβλία. Μέρος της φιλοποσίας και της φιλοκαπνίας, η βιβλιοφιλία. Στο Bookspotting επιχειρώ την περιεκτική/πιασάρικη/προπαγανδιστική εξοικείωση των αναγνωστών με βιβλία που αγαπάμε και συζητάμε στα νυχτοήμερά μας.

Λαβύρινθος και σκακιέρα, η ζωή. Και τα βιβλία, πολύτιμοι πεσσοί. Αλλά και μίτος. Στο Bookspotting επιχειρώ, μέσα από βιβλία/εικόνες/μελωδίες μια συστηματική & μεθοδική αντίσταση στους κλονισμούς ψυχής/πνεύματος/σώματος μέσα στη χαοτική και μίζερη (αλλά και με τόσες μεγαλειώδεις δυνατότητες να λαθροκοιμούνται) εποχή μας.

Καθώς είμαι συγγραφέας, ποιητής, και μεταφραστής επιχειρώ με το Bookspotting να διατηρώ και εγώ τη φλόγα της βιβλιομανίας αναμμένη. Φιλοξενώ και κείμενα φίλων εκλεκτών, διαπνεόμενος και από μια ραδιοφωνική αμεσότητα. Όντας παίκτης/ρέκτης του βιβλίου (αλλά και του ραδιοφώνου, χρόνια τώρα), υιοθετώ στο γράψιμο των κειμένων του Bookspotting μια ωραία προφορική αμεσότητα.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, Μάιος 2011

LOU ...READ

«Με όνειρα και βιβλία και φαντασίες...»*
H πραγματικότητα είχε πάντα λιγότερη βαρύτητα μέσα μου από αυτά που φανταζόμουν. Υπό αυτή την έννοια όταν άρχισα να διαβάζω συστηματικά λογοτεχνία απελευθερώθηκα. Αισθάνθηκα ότι βρήκα το δρόμο μου.
Καλοκαίρι, στα δεκαεφτά, μετά από έναν έρωτα για μια εικόνα. Ένα πάθος ανολοκλήρωτο, άρα απεγνωσμένο για πάντα. Ένα trompe l oeil του νου που με διάλυσε και μου έδωσε την ευκαιρία να βγω από το κουκούλι της εφηβείας. Ουσιαστικά όλα ήταν μόνο στο μυαλό μου. Αλλά, τελικά, και τι δεν είναι;
Τα βιβλία τότε έγιναν η μήτρα. Για να γεννηθώ ξανά. Στις υπογραμμισμένες παραγράφους με κόκκινο στυλό, στις τσακισμένες σελίδες, στις σημειώσεις που κρατούσα στο πλάι του κειμένου... Εκεί, πάνω στις λέξεις, έχτιζα σιγά σιγά τη νέα μου ζωή.
Πέρασαν χρόνια. Άλλαξαν πολλά. Σχεδόν όλα. Όμως κάτι έμεινε σταθερό και αναλλοίωτο: η αγάπη για τα βιβλία. Η μάλλον όχι μόνο η αγάπη. Η ανάγκη. Γιατί χωρίς τα διαβάσματα η ζωή είναι σκέτη ζωή. Τα βιβλία έγιναν η δεύτερη φύση μου. Ό,τι κι αν είναι αυτό το συγκεχυμένο πράγμα με τις χιλιάδες πτυχές που μεταβάλλονται διαρκώς, νιώθω να το γνωρίζω καλύτερα όταν μια φράση φωτίζει μέσα μου έναν ολόκληρο κόσμο που δεν γνώριζα πως υπήρχε. Όταν ανοίγονται μπροστά μου δρόμοι και ταξιδεύω χωρίς να σηκωθώ ούτε στιγμή από τον καναπέ. Όταν τα λόγια ενός ξένου, καταφέρνουν να ερμηνεύσουν και να ανασύρουν όσα για χρόνια κρύβονταν στα απύθμενα σκοτάδια του υποσυνειδήτου. Ως δια μαγείας...
Αυτός ήταν ακριβώς και ο λόγος που άρχισα τον περασμένο Δεκέμβριο να γράφω στο blog: Το να μοιράζομαι αυτή τη μυστικιστική εμπειρία με άγνωστους ανθρώπους, οι οποίοι σιγά σιγά γίνονται φίλοι, μακρινοί, μα δικοί μου. Αν και ήμουν φανατικός αναγνώστης των βιβλιο-blogs, δεν μου είχε περάσει ποτέ σοβαρά από το μυαλό η ιδέα να δημιουργήσω ένα δικό μου. Ίσως γιατί είχα τη λανθασμένη πεποίθηση ότι αφού είμαι επαγγελματίας γραφιάς, ένα blog θα ήταν περιττό στη ζωή μου, μια επιπλέον υποχρέωση στην καθημερινότητα, ένα ακόμα deadline που έπρεπε να κυνηγήσω. Έσφαλα. Η ανάρτηση ενός κειμένου στο ιστολόγιο δεν συγκρίνεται με τη δημοσίευση σε μια εφημερίδα ή ένα περιοδικό υψηλής κυκλοφορίας. Μαθηματικά είναι αδύνατον να τα εξισώσουμε, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικά μέσα με εντελώς άλλες δυνατότητες. Στα έντυπα νιώθεις ότι κάνεις μια πολύ ενδιαφέρουσα και δημιουργική δουλειά. Ανήκεις σε μία ομάδα η οποία έχει αναλάβει να παράγει ένα προϊόν που πρέπει να πουλήσει. Ένα προϊόν με συγκεκριμένη φιλοσοφία, target group, αισθητική και άποψη. Στο blog νιώθεις απλά ότι βρίσκεσαι σε μια ενδιαφέρουσα, παράξενη -ηλεκτρονική- παρέα και μοιράζεσαι τις σκέψεις και τις απόψεις σου για όσα εσύ αγαπάς. Χαλαρά, χωρίς να στοχεύεις σε τίποτε άλλο, πέρα από το να εκφραστείς απολύτως ελεύθερα.
Διαβάζοντας τα blogs των άλλων παίρνω ιδέες για τις επόμενες ιστορίες που θα με συγκινήσουν, και γράφοντας στο δικό μου προσπαθώ να εκφράσω με λόγια όσο πιο καλά μπορώ τη μαγεία που νιώθω ταξιδεύοντας μέσα από τις σελίδες ενός μυθιστορήματος. Δεν θα με ενδιέφερε το blog αν δεν υπήρχε αυτή η interactive επικοινωνία με όλους αυτούς τους έξυπνους και αισθαντικούς ανθρώπους που αναζητούν, όπως εγώ, μια δεύτερη ανάγνωση σε όσα συμβαίνουν γύρω μας.

* Η φράση του τίτλου είναι από το μονόπρακτο «Λαίδη Φθεϊροζόλ» του Τενεσί Ουίλιαμς σε μετάφραση της Κωστούλας Μητροπούλου (εκδ. Γκοβόστη).

Στο μυαλό... ενός φιλολόγου

Τι σχέση μπορεί να υπάρχει ανάμεσα σ΄ ένα αυτοκίνητο και σ΄ ένα δρόμο;
Το αυτοκίνητο κινείται στο δρόμο, σ΄ έναν ατέλειωτο δρόμο, μέχρι να φτάσει στο τέλος του ταξιδιού, ανάλογα με τα σχέδια και τις επιθυμίες του οδηγού (πιθανώς για ν΄ αρχίσει ένα νέο ταξίδι).
Τι σχέση τώρα μπορεί να υπάρχει ανάμεσα σ΄ ένα blog και το internet;
To blog είναι το αυτοκίνητο και το internet είναι ο δρόμος πάνω στον οποίο κινείται το αυτοκίνητο. Εγώ από την πλευρά μου είμαι ο οδηγός και έχω μαζί μου τρεις συνεπιβάτες που τους έδωσα τα εξής ονόματα-τίτλους: α) βιβλιο ιδέες, βιβλιοκρίσεις (μια προσέγγιση σε αγαπημένα μου σύγχρονα βιβλία), β) αρχαιότητα (μια αναφορά σε γνωστές ή άγνωστες πτυχές της αρχαίας ελλάδας και όχι μόνο), γ) πολιτισμός (άνθρωποι ή δημιουργήματα που άφησαν το αποτύπωμά τους στην τέχνη). Ο σκοπός του ταξιδιού μου είσαι εσύ, που θα διαβάσεις τις πληροφορίες που μεταφέρω για ν΄ αρχίσεις το δικό σου ταξίδι. Όσο για το αυτοκίνητο, το ονόμασα «στο μυαλό ενός φιλολόγου» κι ο οδηγός του, εγώ, είμαι ο φιλόλογος Θωμάς Νότας.

Νέλλη Βουτσινά: Αναγνωστική αδεία

Έχοντας για χρόνια δουλέψει σε βιβλιοπωλεία, είχα μέσα στ άλλα την ευκαιρία κάθε τόσο να ξαφνιάζομαι από την επικοινωνιακή δραστικότητα των βιβλίων. Εξηγούμαι, γιατί δεν εννοώ μ αυτό το εντελώς αυτονόητο, ότι δηλαδή η λογοτεχνία μέσα σ όσα μπορεί να της αποδώσει ή και να της καταλογίσει κανείς θα συνιστά πάντα και μια πράξη επικοινωνίας. Εννοώ κυρίως, πόσο προνομιακή επικοινωνία επιτυγχάνεται με αφορμή ένα βιβλίο, ή στην προκειμένη με αφορμή την αναζήτηση για ένα βιβλίο: Ο άγνωστος που έχεις μπροστά σου είναι ένας πελάτης, που είναι εδώ με σκοπό ν αγοράσει αυτό που θα του πουλήσεις και άρα δε μιλάμε για κάτι παραπάνω από μια υποτυπώδη εμπορική συναλλαγή. Μια εμπορική συναλλαγή όμως που στην πορεία της διεκπεραίωσής της και προκειμένου να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα (αυτό που θα αγοραστεί να είναι αυτό που ο άγνωστος αναζητά χωρίς συχνά να το ξέρει), ό,τι σαν πληροφορία ανταλλάσσεται αναγκαστικά ξεφεύγει από το επίπεδο της τετριμμένης αβρότητας και της απλής παράθεσης των χρηστικών παραμέτρων. Εφόσον η ανάγνωση παραμένει μια από τις ιδιωτικότερες των πράξεων και εφόσον ο χώρος που στοχεύει είναι κατά κανόνα ο εσωτερικότερος δυνατός, όταν οι άνθρωποι μιλούν για τα βιβλία που αγαπούν, ή όταν προσπαθούν να περιγράψουν το βιβλίο που θα θελαν να διαβάσουν, γίνονται αναγκαστικά προσωπικοί, αφού αναγκαστικά μιλούν για κάτι πολύ δικό, ιδιωτικό και ως εκ τούτου πολύτιμο. Έτσι μ αυτό τον άγνωστο, συχνά βρίσκεσαι να έχεις ανταλλάξει πολύ περισσότερα από τα δέοντα της συναλλαγής, βρίσκεσαι να προκύπτει να μοιραστείς μέχρι και προσωπικές αγωνίες, ακόμα και συνενοχή. Και σίγουρα βρίσκεσαι να έχεις ανοίξει μία συζήτηση, που διαμέσου των βιβλίων εμπλουτίζεται και ανατροφοδοτείται, και ακόμα και όπου ακούγεται θεωρητική, είναι (αν ξέρεις πραγματικά ν ακούς) στο βάθος της πολύ προσωπική. Δεν αποφεύγω το αυτονόητο τελικά λέγοντας, ότι μιλώντας για βιβλία μιλάμε πάντα για τις αγωνίες μας, όμως αυτήν ακριβώς την επικοινωνιακή δραστικότητα της λογοτεχνίας, θέλω να δοκιμάσω και αν είναι δυνατόν να απολαύσω και εδώ.

Αλλά το αίτημα της επικοινωνίας, αν και βασικό δεν είναι μόνο. Υπάρχει και ένα σαφέστατα προσωπικό, μπορώ μάλιστα και απερίφραστα να το χαρακτηρίσω καθαρά εγωιστικό αίτημα, και που επωφελείται από αυτό το ιδανικό πεδίο για ασκήσεις γραφής και ύφους ή αλλιώς την ελεύθερη και επί ίσοις όροις συνύπαρξη των πολλών εγωισμών, που είναι η μπλογκόσφαιρα. Προσωπικό στοίχημα εδώ, η εκλέπτυνση των όποιων αισθητηριακών εργαλείων, μ άλλα λόγια η εμβάθυνση στην ανάγνωση και η άσκηση στη γραφή. Δύο πράγματα αλληλένδετα, όπως πολύ συχνά διαπιστώνω και μόνο από το γεγονός πως υπάρχουν φορές, που σημαντικές παραμέτρους ενός βιβλίου τις ανακαλύπτω κατά τη διάρκεια της γραφής του εκάστοτε κομματιού, και αυτό φαντάζομαι λέει πολλά για τη γραφή σαν γνωσιακή διαδικασία. Το σίγουρο είναι, ότι μ αυτό τον τρόπο η γραφή γίνεται μέρος της αναγνωστικής περιπέτειας και βασική της αποσκευή. Και ένα ακόμα πιο σίγουρο, ότι αυτή η περιπέτεια προκύπτει έτσι ακόμα πιο γοητευτική. Και σου μένει στο τέλος (για λίγο), η όση αναλογεί, ανταμοιβή μιας κάποιας έκφρασης…

Αλλά στο θέμα της γοητείας θέλω να επιμείνω, γιατί την γοητεία δεν θέλω να θυσιάσω ούτε διαβάζοντας, ούτε μετα-γράφοντας. Δεν ξέρω αν ισχύει το επιχείρημα ότι η ανάλυση ή ο σχολιασμός το πρώτο που σκοτώνουν είναι η γοητεία, το σίγουρο πάντως είναι πως η κριτική ματιά έχει χαρακτηριστεί (δεν θυμάμαι από ποιόν) σαν μια αλαζονική ανάγνωση, και πολλές φορές καλά κάνει και είναι -σαν βιβλιοπώλης έχω διαπράξει διάφορες τέτοιες, το ομολογώ. Όμως ξέρω πως ανέκαθεν προτιμούσα (και πολλές φορές ευγνωμονούσα), εκείνη την ανάγνωση και κατ επέκταση ανάλυση ή σχολιασμό, που βρίσκει τον τρόπο χωρίς να στέκεται γοητευμένη -και πάντα χέρι χέρι με το κείμενο, να διαπερνά το θάμπωμα και να σκαλίζει το βυθό, αλλά να διασώζει όσο καλύτερα μπορεί, τη γοητεία. Μαζί (απαραίτητο) και κάποιες νησίδες σημασίας. Τέτοιες είναι οι αναγνώσεις που θέλω να προσπαθήσω.

Νέλλη Βουτσινά

In someone else’s dream

Ξεκίνησα το In someone else’s dream το 2007, από περιέργεια, χωρίς ατζέντα. Επειδή διαβάζω πολύ και μου αρέσει να μιλάω για βιβλία, σιγά σιγά εξελίχθηκε σε ένα αναγνωστικό ημερολόγιο με διαλείμματα για μουσικές, σκόρπιες σκέψεις, εικόνες, κρίσεις γκρίνιας.
Γράφω ανάλογα με τη διάθεσή μου, άλλοτε σοβαρά κι άλλοτε λιγότερο σοβαρά· δεν με ενδιαφέρει να παραστήσω την ειδική, αλλά να καταγράψω την προσωπική μου ανάγνωση κάθε βιβλίου. Αν αυτή η ανάγνωση διασταυρωθεί με άλλες, ακόμα καλύτερα.

«Με το διάβασμα μπορείς να μάθεις σχεδόν τα πάντα, Κι εγώ διαβάζω, Επομένως όλο και κάτι θα ξέρεις, Τώρα πια δεν είμαι και τόσο σίγουρη, Τότε ίσως πρέπει να διαβάσεις με άλλο τρόπο, Με ποιον, Δεν είναι ο ίδιος για όλους, ο καθένας επινοεί τον δικό του, αυτόν που του ταιριάζει, υπάρχουν άνθρωποι που σ’ όλη τους τη ζωή διαβάζουν χωρίς να πάνε πέρα από την ανάγνωση, μένουν κολλημένοι στη σελίδα, δεν καταλαβαίνουν πως οι λέξεις είναι μονάχα πέτρες βαλμένες έτσι που να μπορούμε να διασχίσουμε το ρεύμα ενός ποταμού, είναι εκεί για να μπορέσουμε να φτάσουμε στην άλλη όχθη, η άλλη όχθη είναι που μετράει, Εκτός κι αν, Εκτός κι αν τι, Εκτός κι αν αυτά τα ποτάμια δεν έχουν δύο όχθες αλλά πολλές, κι αν κάθε άνθρωπος που διαβάζει είναι ο ίδιος η δική του όχθη, και πρέπει στη δική του και μόνο όχθη να φτάσει».

Ζοζέ Σαραμάγκου, Η Σπηλιά
(μετάφραση της Αθηνάς Ψυλλιά)

Ἱστορίες Μπονζάι

Ἱστορίες Μπονζάι
* Ἡ αἰσθητικὴ τοῦ μικροῦ *
Ἕνα ἱστολόγιο* γιὰ τὸ μικρὸ διήγημα
ἀπὸ τὸ λογοτεχνικὸ περιοδικὸ Πλανόδιον

Σχετικὰ μὲ τὸ ἱστολόγιο Ἱστορίες Μπονζάι

Τὸ ἱστολόγιο Ἱστορίες Μπονζάι εἶναι μιὰ διαδικτυακὴ ἐπιθεώρηση γιὰ τὸ μικρὸ διήγημα καὶ ταυτόχρονα μιὰ διαδικτυακὴ ἀνθολογία ἐν προόδῳ γιὰ τὸ συγκεκριμένο εἶδος. Εἰδικεύεται στὸ ἑλληνικὸ διήγημα καὶ ταυτόχρονα παρουσιάζει ἔγκυρες μεταφράσεις διηγημάτων στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ ἄλλες γλῶσσες, ἐπιδιώκοντας, ἀναλόγως τῶν μέσων ποὺ διαθέτει, τὴν μεγαλύτερη δυνατὴ ἀντιπροσωπευτικότητα. Παράλληλα, μὲ τὴ στήλη του «Greek Writers In English», ἀπευθύνεται στὴν μεγάλη κοινότητα τῶν χρηστῶν τῆς ἀγγλικῆς γλώσσας, σκοπεύοντας στὴν καλύτερη γνωριμία τῆς ἑλληνικῆς διηγηματογραφίας ἀπὸ τὸ διεθνὲς φιλότεχνο κοινό.

Στὴν μεγάλη διεθνὴ συζήτηση γιὰ τὸν ποσοτικὸ καθορισμὸ τῆς ἐννοίας «μικρὸ διήγημα» τὸ ἱστολόγιο δέχεται συμβατικῶς ὡς ἀνώτατο ὅριο τὸν ἀριθμὸ τῶν 2000 λέξεων. Στὴν παρούσα ἐναρκτήρια περίοδό του γιὰ μὲν τὶς πρωτότυπες (ἀνέκδοτες) συνεργασίες στὰ ἑλληνικὰ θέτει ὡς ὅριο τὶς 750 λέξεις, ἐνῶ γιὰ τὶς ἀναδημοσιεύσεις ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γραμματεία θέτει ὡς ὅριο τὶς 1500 λέξεις· τὸν ἴδιο ἀριθμὸ λέξεων (πάντα στὴ γλώσσα τοῦ πρωτοτύπου) δέχεται καὶ γιὰ τὶς μεταφράσεις. Σὲ πολὺ ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις, μὲ κριτήρια τὴν σπανιότητα τῆς ἀντιπροσώπευσης ἢ τὴν μοναδικότητα σὲ ποιότητα τοῦ κειμένου, τὸ ὅριο αὐτὸ τῶν 1500 λέξεων θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιμηκυνθεῖ ἕως τὶς 2000.

Τὸ ἱστολόγιο, χωρὶς νὰ ἀποκλείει καμία ἀπὸ τὶς τροπικότητες τοῦ εἴδους, ἐνθαρρύνει καὶ εὐνοεῖ ἐκεῖνες ποὺ διαθέτουν πλοκὴ καὶ χαρακτήρα ἢ χαρακτῆρες· ἔχοντας δὲ ἐπίγνωση τῶν δυσκολιῶν ποὺ γεννοῦν στοὺς ὁρισμοὺς οἱ ὁριακὲς περιπτώσεις, θεωρεῖ τὴ μυθοπλασία, τὴν καλλιτεχνικὴ δηλαδὴ ἐπινόηση καὶ κατασκευὴ τοῦ περιεχομένου μιᾶς ἱστορίας, ὡς τὸ κατ? ἐξοχὴν συστατικὸ τῆς ἐννοίας τοῦ διηγήματος ὡς λογοτεχνικοῦ εἴδους.

(Βλέπε περισσότερα στὴν ἑνότητα «Ταυτότητα» τοῦ ἱστολογίου, ὅπου καὶ διευκρινήσεις σχετικὰ μὲ τὸν ὅρο «Μπονζάι»)

ΒΟΛΤΙΤΣΕΣ

Blog για δύο αυτό, του μοιράσματος της αγάπης για τα βιβλιοπράγματα όχι με την στενή έννοια. Γιατί μιλάμε για όλα όσα έχουν να κάνουν με τον πολιτισμό των βιβλίων, για τον κόσμο που βρίσκεται από πίσω, για τα επαγγέλματα και τις συνήθειες, τους κώδικες, τα μυστικά και τα φανερά, για τους ανθρώπους που γυρνάνε μέσα στους κύκλους του, για τους χώρους που γεννιέται και φτιάχνεται, ζει, κυκλοφορεί και κατοικεί, για τις γραμμένες σελίδες και για τις άγραφες, για το παρελθόν, την ιστορία του και για το μέλλον. Και δεν είναι μόνο ο πολιτισμός των βιβλίων, είναι και κάθε μορφή τέχνης που ακουμπήσαμε έστω και λίγο και μας άφησε ένα σημάδι μέσα.

Οι Βολτίτσες έκαναν την εμφάνισή τους στην μπογκόσφαιρα τον Οκτώβριο του 2008, και οι περισσότερες αναρτήσεις τους, που ξεπερνάν τις 150, έχουν να κάνουν με βιβλία και τις σκέψεις, τα συναισθήματα που έχουν γεννηθεί από αυτά, καθώς και το χρονικό των διαβασμάτων, των αντιτύπων, και βάθος τα γεγονότα της καθημερινότητας και τις προσωπικές μας ζωές με τα σκαμπανεβάσματά τους στα δικά μας θέλω και μπορώ.

Και για όσους δεν το έχουν καταλάβει ακόμα είμαστε φανατικές των βιβλίων, οπαδοί της τέχνης-μέσου επικοινωνίας, μαχήτριες της φιλαναγνωσίας. Σκοπός, σημαία και ασπίδα μας.

Librarian και Elli τα ονόματα με τα οποία υπογράφουμε. Είμαστε από αλλού η καθεμιά, τα βιβλία μας γνώρισαν και εμείς το πήραμε και το πάμε παρακάτω.

Γιατί το όνομα Βολτίτσες; Πολλά γιατί απαντάνε σε αυτήν την ερώτηση. Γιατί μας αρέσουν οι βόλτες στους δρόμους της Αθήνας ή όπου βρεθούμε, το σεργιάνισμα, το χάζεμα. Γιατί μας αρέσουν οι βόλτες στα βιβλιοπωλεία, τα παλαιοβιβλιοπωλεία, τις βιβλιοθήκες, τους βιβλιοχώρους γενικά. Γιατί οι βόλτες είναι η μεγαλύτερη διασκέδασή και γιατί βλέπουμε και νιώθουμε πράγματα. Γιατί οι βόλτες στο διαδίκτυο είναι μια περιπέτεια, ένα κουβάρι που ξετυλίγεται και δεν έχεις παρά να το ακολουθήσεις για να σε βγάλει και άλλοτε να μην σε βγάλει. Γιατί προτιμάμε τις βόλτες από το κλείσιμο. Αντιπροσωπεύουν το άνοιγμα, την κίνηση. Και άλλα γιατί πιο προσωπικά. Και γιατί το σύστημα δεν δέχτηκε το Voltes, για αυτό Voltitses.

Elli: Για μένα δεν έχω να πω πολλά, νομίζω ότι σε όσα ελευθερώνω στο διαδίκτυο βρίσκεται το καλύτερο μέρος του εαυτού μου. Μπορεί να μοιάζει υπερβολικό κιόλας μα αλήθεια είναι ότι όποιος έχει διαβάσει με ξέρει καλύτερα, ουσιαστικότερα από αυτούς που βλέπω και συναναστρέφομαι κάθε μέρα. Βάζω αρκετή δόση από σώψυχο ανάμεσα στα γυρίσματα. Στο διαδίκτυο έμπαινα πολύ πριν τις Βολτίτσες, από διεύθυνση σε διεύθυνση εδώ και εκεί, μικρά σκιρτήματα του ποντικιού που σε ξαναπάνε σε γνωστές διαδρομές αλλά και σε πετάνε σε νέες άκρες. Ομολογώ ότι δεν συνηθίζω να αφήνω ίχνη, σχόλια, ένα γεια έστω. Κακό αυτό αλλά είμαι διστακτική αν και έχω την εμπειρία της προσμονής της ανταπόκρισης που είναι όλα τα λεφτά.

librarian: Όσο για εμένα, είναι που συνεχίζω να παλεύω με τις λέξεις, τις δικές μου, των άλλων, δεν έχει σημασία. Προσπαθώ να τις βάλω σε μια σειρά, να αποκτήσουν εικόνα, ήχο, χρώμα και πάνω από όλα νόημα. Μα περνάει ο καιρός και αλλόκοτα συσσωρεύονται η μία δίπλα στην άλλη και σε καμιά σειρά που να βγάζει νόημα δεν μπαίνουν. Ακόμη δεν έμαθα να γράφω. Ευτυχώς έμαθα να διαβάζω, ίσως και να σκέφτομαι. Και πως αλλιώς θα μάθω να γράφω αν όχι προσπαθώντας και μιλώντας για αυτά που με βοηθούν; Είναι και που πιστεύω στη δύναμη των blogs: ελευθερία του λόγου, μέσω επικοινωνίας, ενημέρωσης, εργαλείο προώθησης πολιτισμού κ.ο.κ. Είναι και που οι άνθρωποι πίσω από την ασφάλεια της οθόνης γίνονται διαφορετικοί, αφήνουν μόνο όμορφες σκέψεις, σχόλια που με κάνουν να χαμογελώ.

Και έτσι ξεκίνησα τις αναρτήσεις.

Καφεΐνη

Το ιστολόγιο ξεκίνησε ως μια σειρά ανοιχτών επιστολών προς ένα σημαντικό για μένα πρόσωπο που ζούσε εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα, ενώ εγώ έμενα στη Βρετανία. Η ανταπόκριση στα μηνύματά μου, τα σχόλια των επισκεπτών, αλλά και η ανταλλαγή απόψεων με άλλους μπλόγκερς, μ? έκαναν τελικά να σκέφτομαι την «Καφεΐνη» όχι ως ένα απλό εργαλείο επικοινωνίας, αλλά ως ένα τόπο συνάντησης όπου, αν μη τι άλλο, βρίσκω πάντα να με περιμένει ο άλλος μου ? εκτός τυπικών συμβάσεων και επαγγελματικών υποχρεώσεων ? εαυτός.


Γνωρίζουμε ότι, ως ουσία, η καφεΐνη εντείνει τις αισθήσεις αλλά μακροπρόθεσμα αμβλύνει τη μνήμη. Ήθελα το ιστολόγιο να λειτουργεί ως αντίδοτο στη επεκτατικότητα της λήθης, με το να επιβεβαιώνει τη σημασία που έχει ό,τι βιώνουμε στο παρόν.


Επειδή ένα μεγάλο μέρος της εμπειρίας μου οφείλεται στην τριβή με την τέχνη (του λόγου, της εικόνας, και, κυρίως, της σκέψης), η «Καφεΐνη» πήρε ? δίχως να το επιδιώξω ? την μορφή ενός ?βιβλιοφιλικού μπλογκ?. Οι αναρτήσεις μου ασχολούνται, κάποιες φορές, με εικαστικά γεγονότα, με θεατρικές παραστάσεις, και τις απονομές διαφόρων βραβείων. Κατά βάση, όμως, γράφω κείμενα για άλλα κείμενα ? κυρίως για την ξένη πεζογραφία και το θεωρητικό δοκίμιο. Τα δύο είδη δημιουργίας που με ?πονούν? περισσότερο ? την ποίηση (κάθε χώρας), και την ελληνική πεζογραφία, προτιμώ να τα αφήνω στην ησυχία τους ? ή, μάλλον, να ασχολούμαι μαζί τους μόνο όταν ο ίδιος ησυχάζω από τις λοιπές υποχρεώσεις μου.

Σε αντίθεση με τα άρθρα που γράφω για διάφορα, κυρίως Ευρωπαϊκά, περιοδικά, τα κείμενα της «Καφεΐνης», παρουσιάζονται στην πρώτη τους εκδοχή, δίχως ουσιαστικές διορθώσεις, εκφράζοντας απόψεις ή συναισθήματα που δεν θα ήταν ?φρόνιμο? να περιληφθούν σε ένα έντυπο ? όπως θα έχετε ίσως παρατηρήσει, τα περισσότερα από τα διεθνή έντυπα, ανεξαρτήτως ύλης, τείνουν να δημοσιεύουν ομοιόμορφα άρθρα, πασπαλισμένα μ? ένα ανώδυνο χιούμορ.

Δεν γνωρίζω αν και για πόσο θα συνεχίσει να υφίσταται η «Καφεΐνη», ή υπό ποία ακριβώς μορφή. Αν και οι αναρτήσεις της δεν περιέχουν τίποτα σπουδαίο, η συστηματική ενασχόληση με το ιστολόγιο, απαιτεί ? όπως κάθε μπλόγκερ γνωρίζει ? να αφιερώνεις ένα μεγάλο κομμάτι του χρόνου σου. Το σημαντικό για μένα είναι ότι, λόγω της «Καφεΐνης», διάβασα πιο προσεκτικά κάποια βιβλία, κι ότι συνάντησα ? τόσο στο δικό μου ιστολόγιο, όσο και σε άλλα, πολύ ενδιαφέροντα, μπλογκς ? συνομιλητές που απλά, αλλά ουσιαστικά, αγαπούν το βιβλίο.

(Μάρτιος 2010)

Αννα Βαρνά

Μ' αρέσει να διαβάζω. Διαβάζω λογοτεχνία από την Δευτέρα Δημοτικού και πρόσφατα ξαναβρήκα το βιβλίο που μου είχε χαρίσει η κυρία Βάσω, στα Καμένα Βούρλα, τη Μικρή Φαντέτ, της Γεωργίας Σάνδη. Τον τελευταίο μήνα έχω διαβάσει The Girl who kicked the Hornet?s Nest, του Stieg Larsson, Το Χρόνο Πάλι, της Σώτης Τριανταφύλλου και το Nickel and Dimed της Barbara Ehrenreich που δυστυχώς δεν είναι λογοτεχνία (δυστυχώς γιατί μιλάει για μια ζοφερή πλευρά της Αμερικής). Τα βιβλία δεν είναι απλά ένα χόμπι, είναι μεγάλο μέρος του ποια είμαι. Καλή η κακή η πορεία μου μέχρι τώρα, σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στα βιβλία που έχω διαβάσει. Εκτός απ την αγάπη για τη διαδικασία του διαβάσματος, έχω και μεγάλη αγάπη για τα αντικείμενα τα ίδια. Αυτή η αγάπη συνεπάγεται προβλήματα (όπως όλες οι μεγάλες αγάπες- και μερικές μικρές εδώ που τα λέμε) γιατί τα μικρά αστικά διαμερίσματα των δύο υπνοδωματίων δεν ευνοούν τέτοια βίτσια.
Ένα όνειρο μου ήταν πάντα να φτιάξω μια βιβλιοθήκη στο σχολείο που θα δουλεύω. Από πέρσι αυτό το όνειρο έχει ξεκινήσει να γίνεται πραγματικότητα. Η βιβλιοθήκη είναι μικρή ακόμη, αποτελείται από τρία τέσσερα ράφια μόνο αλλά σημασία έχει η αρχή ? δεν είναι; Δεν περνάει όμως μέρα που να μην σκέφτομαι πως όλο αυτό είναι μια άσκηση ματαιότητας, πως το βιβλίο με αυτή τη μορφή είναι για τη δική μου τη γενιά άντε και για μερικές ακόμη που ακολούθησαν. Γίνεται μεγάλη κουβέντα για το ηλεκτρονικό βιβλίο. Προσωπικά θα ήθελα να αποκτήσω ένα, βρίσκω ότι θα μου είναι πολύ χρήσιμο όταν ταξιδεύω και θέλω να έχω δυο τρεις εναλλακτικές τουλάχιστον (να βρεθείς σε καράβι σε μεγάλο ταξίδι με βιβλίο που δε σου αρέσει ?φρίκη). Αλλά και πάλι μου φαίνεται ότι είναι απλώς μια καινούρια συσκευασία ενός παλιού πράγματος. Νομίζω ότι ο τρόπος που λειτουργεί ο εγκέφαλος της καινούριας γενιάς, των digital natives, είναι εντελώς διαφορετικός. Η ανάγνωση είναι αρκετά εσωτερική διαδικασία που απαιτεί μια ελάχιστη συγκέντρωση και επιμονή. Η καινούρια ανάγνωση (ανάγνωση είναι κι αυτή) που συμβαίνει κυρίως στο διαδίκτυο και σχεδόν πάντα μπροστά σε μια οθόνη είναι πιο αποσπασματική, διακόπτεται συνέχεια, έχει αντιπερισπασμούς, είναι πολυμορφική. Το βιβλίο της Τριανταφύλλου ας πούμε, αν το είχα σε ηλεκτρονική μορφή σίγουρα θα έβαζα να ακούσω και τα τραγούδια στα οποία αναφέρεται και να ψάξω στο youtube για βίντεο των γεγονότων που αναφέρει. Μπορεί για κάποιον να είναι ιεροσυλία αυτό και να μειώνει την απόλαυση, αλλά για τον κάθε άνθρωπο η απόλαυση είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
Οπότε τι γίνεται με τις βιβλιοθήκες; Είναι οι τελευταίες αναλαμπές ενός παλιού κόσμου; Παλιότερα, με την αλαζονεία που διακρίνει τη νεότητα μπορεί να θεωρούσα ότι ο τρόπος που είχα μάθει εγώ είναι καλύτερος. Πλέον δεν το νομίζω. Και δεν ξέρω αν έχει φτάσει το τέλος του βιβλίου όπως το ξέραμε αλλά είμαι σίγουρη ότι οι άνθρωποι θα θέλουν πάντα να ακούνε ιστορίες. Οι μορφές μπορεί να αλλάξουν, οι φωνές επίσης. Η βασική ανάγκη όμως είναι ίδια, πρωτόγονη και δυνατή.
Ίσως σε 100 χρόνια η λέξη βιβλιοθήκη να σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Για λίγο καιρό ακόμη όμως θα υπάρχουν άνθρωποι που φαντάζονται τον Παράδεισο σα μια βιβλιοθήκη.

Αννα Βαρνά aka annabooklover (η εικονογράφηση από το wordle.net)

Εαρινή Συμφωνία - Αγγελική Κώττη

Κάποτε έκανα λογοτεχνικό ρεπορτάζ. Ζούσαν όλοι, ή σχεδόν όλοι- εκτός του αγαπημένου μου Γιώργου Σεφέρη. Μοναδική παρηγοριά μου, στα χρόνια της επαναστατημένης νιότης μου, πως η κηδεία του είχε αποτελέσει την πρώτη μεγάλη αφορμή για ξέσπασμα του πλήθους κατά της δικτατορίας.

Χρόνια μετά, σε καιρούς άγονους, και ενώ είχα αλλάξει και εφημερίδα, και πολιτικό χώρο (ελαφρά...) και τομέα ενασχόλησης, θυμήθηκα πως ερχόταν η επέτειος της δολοφονίας του Λόρκα. Αλλά πού να γράψω, πια; Μόλις είχα αρχίσει να διαβάζω κάποια μπλογκ, ανάμεσα στα οποία το ?φημισμένο και τότε και τώρα ακόμη, που πλέον δεν λειτουργεί- του readers? digest. Οχι και τόσο καλή περί τα τεχνολογικά, ούτε και στουρνάρι όμως, αποφάσισα να δοκιμάσω κι εγώ. Και ό,τι γίνει. Δεν τα κατάφερα και άσχημα.

Αυτό που έγινε προμηνυόταν ήδη από τον τίτλο που επέλεξα τότε, τον Αύγουστο του 2006: Εαρινή Συμφωνία. Βεβαίως, όχι από τον γνωστό πίνακα, ούτε από οτιδήποτε άλλο μπορείτε να σκεφτείτε. Για όσους έστω και λίγο με γνωρίζουν, ήταν πασιφανές: από το νεανικό, αισθαντικό ποίημα του Γιάννη Ρίτσου. Και αφού το δικό του έργο γνωρίζω καλύτερα από όλων των άλλων, εντέλει το ιστολόγιό μου γι? αυτό μιλά περισσότερο. Φέτος δε, που είναι και το Ετος Ρίτσου, κάτι παραπάνω κατάφερα. Δεν μού είναι ξένα, βεβαίως, και άλλα που έχουν να κάνουν με τη λογοτεχνία. Ακόμη και εκεί όπου συναντάται με την πολιτική. Ισως, ιδίως τότε. Αν και έμαθα: τίποτα δεν πρέπει να παρεισφρέει εμπρόθετα στο έργο τέχνης, για να είναι Εργο Τέχνης.

Η πρώτη μεγάλη ηδονή της ζωής μου που μου έχει εντυπωθεί, ήταν η ηδονή πως ξέρω να ερμηνεύω τα μαύρα σημαδάκια από τις σελίδες των βιβλίων, πως αποκωδικοποιώ και τις λευκές γραμμούλες στον μαυροπίνακα. Πως ξέρω να διαβάζω. Εκτοτε, πάντοτε θεωρούσα πως οι σελίδες των βιβλίων έχουν χρώματα. Παραξενεύτηκα ανακαλύπτοντας, αιφνιδιαστικά, πως τα γράμματα παρέμεναν μαύρα. Και μάλιστα, σε προχωρημένη ηλικία. Ερωτική σχέση; Κατά πάσα πιθανότητα.

Διάβαζα και πριν μάθω να διαβάζω. Για την ακρίβεια, μού διάβαζαν. Αλλά, όταν έμαθα να το κάνω και μόνη, ποιος με σταματούσε. Κάτω από τα σκεπάσματα, με το φως του φακού, τις περισσότερες από τις ελεύθερες ώρες μου, και πολλές από αυτές που δεν ήταν ελεύθερες, επίσης, τις αφιέρωνα στην ανάγνωση. Και μυθολογία. Και Ιστορία. Και φιλοσοφία (που δεν την καταλάβαινα πάντοτε, ιδίως όταν φτάναμε τους μεγάλους πολιτικούς φιλοσόφους. Προσπαθούσα πάντως...) Πάνω απ? όλα διάβαζα λογοτεχνία. Με αυτό το υπόστρωμα παλεύω και σήμερα να κεντάω τα κείμενά μου.

Η άλλη «προίκα» μου είναι από τη δημοσιογραφία. Να μην αφηγούμαι αφηρημένα και γενικά. Να εξειδικεύω. Να προσωποποιώ. Να στέκομαι σε λεπτομέρειες που αισθάνομαι ότι θέλω να φωτίσω, γιατί έχουν αξία και σημασία. Και ταυτόχρονα, να γενικεύω, να κατηγοριοποιώ, να εντάσσω. Να έχω, σε κάθε περίπτωση, κριτήρια. Για τα οποία, το ξέρω, κρίνομαι. Αυστηρά, σας παρακαλώ, αλλά όχι μόνο. Και τρυφερά, και καλοπροαίρετα.

Αγγελική Κώττη

Σταυρούλα Σκαλίδη

Στις αρχές της άνοιξης του 2006 άνοιξα ένα προσωπικό ιστολόγιο με ψευδώνυμο, στο οποίο έγραφα μικρές καθημερινές ιστορίες, με μια διάθεση λογοτεχνικότητας ή τέλος πάντων λοξής ματιάς, έστω και μυωπικής, των πραγμάτων. Το Μάιο του ίδιου χρόνου αποφάσισα ?προς αποφυγήν παρεξηγήσεων- να εκτεθώ επωνύμως στο διαδίκτυο και να έχω την ευχέρεια να αναρτώ κείμενα για τα βιβλία που διαβάζω. Η ανάγκη να έχω οπτικό υλικό για να «ντύνω» και φωτογραφικά τα κείμενά μου, με οδήγησαν να βρεθώ πίσω από το φακό και ερασιτεχνικά να αποτυπώνω μέσα από τη δική μου γωνία τον κόσμο όπως τον βλέπω: άλλοτε θολό και φλου και σκοτεινό και άλλοτε αιχμηρό, λαμπερό και διαυγή.

Στην πορεία, διαπίστωσα ότι το ιστολόγιο είναι κατά κάποιον τρόπο το υποκατάστατο του κήπου που δεν έχω φτιάξει στο μπαλκόνι μου. Που όλο υπόσχομαι στον εαυτόν μου ότι θα στήσω και όλο τελικά το αναβάλω στο αθηναϊκό κέντρο. Ο μικρός προσωπικός μου παράδεισος που μπορώ να αισθάνομαι δημιουργική και να επικοινωνώ τις σκέψεις, τα συναισθήματά μου, την αναγνωστική μου εμπειρία, τα μουσικά μου γούστα, τις εκρήξεις της αγανάκτησης από τη σύγκρουση με την πραγματικότητα, έστω με το μανδύα μικρών ιστοριών που ονειρεύονταν ίσως κάποτε να γίνουν διηγήματα, αλλά δεν έγιναν, γιατί άλλαξαν γνώμη. Ένας κήπος αποσυμπίεσης από την καθημερινότητα και τις πληγές της, μια διέξοδος για αποφόρτιση από τον ξύλινο κλισέ λόγο της δημοσιογραφίας και τον άλλο, το γεμάτο ψυχικά και ανθρώπινα τοπία της λογοτεχνίας.

Βγαίνω στον κήπο μου, όταν θέλω να πάρω μια ανάσα από τα γραφτά της εφημερίδας, όταν θέλω να διατυπώσω μια γνώμη με πολύ προσωπικό τρόπο ή να αλαφρώσω από οτιδήποτε με ενοχλεί. Καλλιεργώ συστηματικά τα άνθη μου εν είδει φωτογραφικών ενσταντανέ μόνο με λουλούδια, γράφω για ανθρώπους που συναντώ στο δρόμο μου, για εικόνες που θέλω να διασώσω. Το blog είναι το δημιουργικό περιθώριο του τετραδίου μου που αφήνει τις λέξεις μου να αναπνεύσουν. Εξαιτίας του και χάρη σ? αυτό έχω γνωρίσει πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους που αλλιώς δεν θα μπορούσα να τους συναντήσω ποτέ.


Σταυρούλα Σκαλίδη

Ταξιδεύοντας

Όσα έγραψαν, όσα είπαν, στα μυστικά, στα φανερά
Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα και τον κόσμο
Αλληλογραφώντας με τους αγαπημένους ή τους φίλους τους, με γράμματα σε χαρτί
Αφιερώνοντας ο ένας στον άλλον, μετά τιμής
Αποκαλύπτοντας προσωπικές, μικρές ή μεγάλες, στιγμές τους, σε αυτοβιογραφικά σημειώματα
Φεύγοντας, σαν έτοιμοι από καιρό, χωρίς άλλη αναβολή.

Και παρακείμενα, τα δικά μου ?προσωπικά δεδομένα?, όπως τα έγραψαν άγνωστοί μου ποιητές, συγγραφείς, στιχουργοί, συνθέτες. Του τόπου μου και της εποχής μου, του πιο μακρινού κόσμου και των περασμένων εποχών. Μ? εμένα να απορώ, πώς γνώριζαν τόσα πράγματα δικά μου, τόσα μυστικά μου που δεν είπα ποτέ σε κανέναν - (τι μαρτυριάρηδες όλοι τους!)

Στο τέλος, να ακούγονται από το jukebox μουσικές που έντυσαν ποιήματα. Για ταξίδια με φωνές και νότες. Mε ένα μόνο κλικ, χωρίς να ψάχνεις κάθε φορά για κέρματα.

* Συγυρισμένα, σε οκτώ ανεξάρτητες θεματικές ενότητες, κάτω από 8 διαφορετικά url, του blogspot της Google, σαν μικρές χρηστικές βιβλιοθήκες. Xωρίς κριτική αποτίμηση, να διαβάζουν και να επιλέγουν ό,τι τους αρέσει, ό,τι τους εκφράζει, και ? γιατί όχι; - ό,τι ερεθίζει την περιέργειά τους. Οι τακτικοί αναγνώστες ή, όσοι έρχονται τυχαία αναζητώντας κάτι συγκεκριμένο. Kι όταν οι τελευταίοι συμβαίνει να βρίσκουν αυτό που ζητούν μόνον στις δικές μου αναρτήσεις, ξέρω πως χαίρονται όσο κι εγώ. Είναι μεγάλη χαρά να βρίσκεις αυτό που ψάχνεις, «μέσα» (στο ίντερνετ), ή «έξω» (στον αληθινό κόσμο).

* Με αρχική πρόθεση να δημιουργήσω ένα προσωπικό αρχείο, σπρωγμένη από την χρόνια ψυχαναγκαστική μανία μου, που εκτρέφω παιδιόθεν, να θεματοποιώ από βιβλία έως μικροαντικείμενα. Για δική μου χρήση μόνο, για να βλέπω τα διαβάσματά μου σε ?κουτάκια?, έτσι όπως τα τακτοποιώ στο μυαλό μου, έτσι όπως βλέπω τα μολύβια μου, τα στυλό μου, τα μαρκαδοράκια και τις πινέζες μου, μέσα από τα διαφανή συρταράκια τους. Κατά την πορεία, πλάι στην αγνή μου πρόθεση φύτρωσε το ζιζάνιο της φιλοδοξίας: κάποιες από τις αναρτήσεις μου να γίνονται αφορμές για νέα αναγνώσματα, για νέα στριμώγματα στα ράφια, για νέους έρωτες, για νέα μοιράσματα, για νέες προδοσίες.

?γιατί έτσι είναι η ιστορία με τα βιβλία. Τα βλέπεις, σου ?γυαλίζουν?, τα ερωτεύεσαι, τα κάνεις εύκολα δικά σου. Ταξιδεύεις, ξεκουράζεσαι, τρώς, κοιμάσαι μαζί τους, τα αγκαλιάζεις, τα μυρίζεις. Τα προδίδεις με άλλα βιβλία, τα χαρίζεις ? τάχα γενναιόδωρα όταν σε απογοητεύουν ή όταν αλλάζουν τα γούστα σου. Τα δανείζεις μεγαλόψυχα για να περάσουν κι άλλοι μαζί τους το ίδιο καλά μ? εσένα, τα συγχωρείς για την απιστία τους όταν επιστρέφουν από κρεβάτια ξένα. Και πάντα θυμάσαι με νοσταλγία αυτό που έφυγε και δεν επέστρεψε ποτέ, γιατί αυτός που του το δάνεισες δεν ξέρει ?πού το έβαλε?? (ακούς; θέλω πίσω την ?Πλωτή Πόλη? μου...)

Κατερίνα σ-Μ.

http://key-em.blogspot.com/


Νοέμβριος 2009

ficciones - Βασίλειος Δρόλιας

Το Gravity's Rainbow μπήκε στην ζωή μου τον Μάιο του 1994. Είχα μόλις τελειώσει το διδακτορικό μου, είχα μόλις αποφασίσει να ακολουθήσω ακαδημαϊκή καριέρα και στα εικοσιτέσσερά μου χρόνια είχα τον κόσμο ολόκληρο μπροστά μου.

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα και περισσότερες από δέκα αναγνώσεις μετά, τα πράγματα στην ζωή μου είναι εντελώς διαφορετικά. Δεν έχω ακαδημαϊκή καριέρα, δεν ζω στο Λονδίνο όπως τότε, δεν ασχολούμαι με το διδακτορικό μου, γράφω πολύ περισσότερο από τότε μα διαβάζω λιγότερο ? αλλά ευτυχώς ακόμη πιστεύω πως ο κόσμος βρίσκεται μπροστά μου. Κι ο αλλαγμένος μου κόσμος σε σχέση με τότε έχει πολλά να κάνει με την πρώτη εκείνη ανάγνωση του Gravity's Rainbow που σηματοδότησε αλλαγές τόσο στην σκέψη μου και την άποψή μου για τον κόσμο, μα και ουσιαστικά διέλυσε με απόλυτο τρόπο την άποψή μου για το μηχανιστικό σύμπαν της ζωής μου μα και για τις υπόλοιπες αναγνώσεις μου. Από εκείνο το σημείο και μετά, όλα τα βιβλία που θα διάβαζα, και όλα τα βιβλία που είχα διαβάσει στο παρελθόν έπεφταν θύματα της σύγκρισης με αυτό το 'τερατόμορφο αριστούργημα'.

Ομολογώ όμως το λάθος μου: στις πρώτες μου αναγνώσεις το μεγαλύτερο ερώτημα που είχα στην πορεία της ανάγνωσης ήταν να αποκρυπτογραφήσω κομμάτια του βιβλίου με βάση την ζωή του Pynchon. Αλλά πώς να το κάνεις αυτό για έναν συγγραφέα για τον οποίο δεν υπάρχουν δημοσιευμένα στοιχεία; Με λύπη και μετάνοια ομολογώ πως για ένα διάστημα δύο-τριών χρόνων έπεσα θύμα της πιο νετετεκτιβικής περιόδου της ζωής μου, όπου με την αρωγή της pynchon-l σαν ήρωας του 2666 του Bolano έψαχνα κι εγώ τον δικό μου Archimboldi - με χαμηλότερο σημείο αισχύνης το interlibrary loan που έκανα κάποτε για το Judy Collins Songbook (don't ask...). Μπορεί όλη αυτή η έρευνα τελικά να απέδωσε κάποια πράγματα που αφορούσαν περισσότερο στον παραλληλισμό τμημάτων της ιστορίας του Gravity's Rainbow με τον θάνατο του στενού φίλου του Pynchon Richard Farina, μα ουσιαστικά δεν μπόρεσαν να προσφέρουν τίποτε άλλο. Έτσι αντιλήφθηκα πως η στάση απουσίας από την δημοσιότητα που διατηρεί ο Pynchon πεισματικά, ίσως θα έπρεπε να είναι και η ιδανική στάση που θα έπρεπε να κρατάει ένας συγγραφέας. Η ουσία είναι πως τελικά ο Pynchon μιλά σε αυτόν τον κόσμο μέσα από το έργο του, μέσα από τις σελίδες του Gravity's Rainbow, του Against the Day και των υπολοίπων βιβλίων, μιλάει για θέματα που αγγίζουν την ψυχή και την υπόσταση του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου χωρίς να χρειάζεται να αποδομήσει κανείς την επιρροή από την δικιά του ζωή σε συνδυασμό με την δικιά του φαντασία.

Όμως σιγά σιγά αντιλήφθηκα και πως το έργο του Pynchon δεν είναι μονάχα το Gravity's Rainbow. Είναι σημαντικό να αντιμετωπίσει κανείς όλα του τα έργα σαν ψηφίδες ενός global magnum opus καθαρά πολιτικών και επαναστατικών βιβλίων, όπου το καθένα έχει την δικιά του θέση στην δυτική/αμερικάνικη ιστορία. Ο Pynchon με όλα του τα έργα ως τώρα έχει καλύψει όλα τα 200 τόσα χρόνια της ταραγμένης αμερικανικής ιστορίας χωρίς να αφήσει κενά μα και δίνοντας ψήγματα υποθέσεων για το μέλλον. Όπως αποδείχτηκε τελικά κλειδί για την αποκρυπτογράφηση του συνόλου δεν ήταν το Gravity's Rainbow μα το Against the Day, και διαβάζοντας το Gravity's Rainbow μετά από δύο αναγνώσεις του Against the Day ορίζεται αυτόματα η ανάγνωση του υπό μια εντελώς διαφορετική οπτική γωνία.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, και δεκα-τόσες αναγνώσεις αργότερα αποφάσισα πριν ένα μήνα να ξαναδιαβάσω το Gravity's Rainbow, υπό το πρίσμα τόσο των αλλαγών στον εαυτό μου όσο και των αλλαγών στην άποψή μου που μου πρόσφεραν τα άλλα βιβλία του Pynchon. Ένας συνάδελφος Πυντσονολάγνος με ρώτησε πριν λίγες μέρες πώς και το ξαναδιαβάζω και του απάντησα χωρίς πολύ σκέψη πως απλώς χρειαζόμουν έναν φίλο. Το Gravity's Rainbow για μένα σήμερα δεν είναι άλλο από ένας στενός φίλος που μεγάλωσε μαζί μου, που άλλαξε μαζί μου, που μαζί του πέρασα όμορφες μα και άσχημες στιγμές, που μαζί του διέσχισα βουνά και θάλασσες, που μαζί του - και χάρις σ' αυτό - ξεχώρισα πολλές φορές την ήρα από το στάρι.

Βασίλειος Δρόλιας

Ημερολόγιο ανάγνωσης

Η ενήλικη ζωή του Δημητρίου Βικέλα (1833-1908) μπορεί να χωρισθεί χοντρικά σε τρεις μεγάλες περιόδους. Η πρώτη εκτείνεται από το 1852 ως το 1876, όταν ο Βικέλας ζει στο Λονδίνο, όπου εργάζεται ως έμπορος και επιδίδεται παράλληλα στην ποίηση και τη λογοτεχνική μετάφραση. Η δεύτερη περίοδος είναι από το 1878 ως το 1896, οπότε ζει κατά κύριο λόγο στο Παρίσι και εδραιώνει τη φήμη του ως λογοτέχνη και λογίου. Η τελευταία περίοδος της ζωής του ξεκινάει το 1896, όταν εγκαθίσταται μόνιμα πια στην Αθήνα και, χωρίς βέβαια να εγκαταλείψει ολότελα τη λογοτεχνική δημιουργία, εκδηλώνει έντονη κοινωνική δραστηριότητα οργανώνοντας ποικίλα κοινωφελή έργα και συλλόγους.

Φτάνοντας στο Λονδίνο σε ηλικία είκοσι χρονών ο Δημήτριος Βικέλας ξεκινάει ένα είδος ημερολογίου των αναγνώσεών του, στο οποίο καταγράφει τις περιλήψεις και τις κρίσεις του, τις παρατηρήσεις και τις σκέψεις του από τα διάφορα βιβλία (αλλά και από ορισμένα περιοδικά) που διάβαζε. Τη συνήθεια αυτή τη συντήρησε, με μεγάλα κάποιες φορές κενά χρονικά διαστήματα, δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια, ως το 1870, δίνοντάς μας έτσι την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε, με αρκετά συστηματικό τρόπο μάλιστα, τη διαμόρφωση ενός λογίου ? από την ηλικία των είκοσι ως την ηλικία των τριάντα πέντε του χρόνων σχεδόν ? και να γνωρίσουμε, επίσης, τα υλικά μέσα της ανάγνωσης και τις μικρές τελετουργίες ενός φανατικού αναγνώστη.

Γιατί ο Βικέλας δεν περιορίζεται στα τρία τετράδια των αναγνώσεών του που έχουμε στα χέρια μας (αλλά και στην αυτοβιογραφία του) να διατυπώνει απλώς την κρίση του για το εκάστοτε βιβλίο που διαβάζει, αλλά περιγράφει, με άκρως γοητευτικό τρόπο, και την οικεία σε όλους μας καθημερινή σκηνοθεσία της πράξης της ανάγνωσης. Τον βλέπουμε, λοιπόν, να μελετάει στο δωμάτιό του κρατώντας προσεκτικές σημειώσεις, που κάποιες φορές εκτείνονται σε πολλές σελίδες για ένα και μόνο βιβλίο: «Πρέπει να κάμω πλέον εκτεταμένας και σπουδαίας σημειώσεις από τα προλαβούσας». Τον βλέπουμε να διαβάζει στο εμπορικό γραφείο του: «Έμεινα απόψε εις το γραφείον επίτηδες, δια να κάμω αρχήν των σημειώσεών μου». Αλλά και στο τρένο ταξιδεύοντας: «Το ανέγνωσα», γράφει για κάποιο βιβλίο, «σχεδόν όλον εις τον σιδηρόδρομον? και είναι ανάγνωσις σιδηροδρόμου.»

Κυρίως όμως, λόγω έλλειψης θέρμανσης, διαβάζει τις νύχτες στο κρεβάτι του και γράφει σχετικά: «Παρατηρήσας ο ιατρός ημέραν τινά τους οφθαλμούς μου, με ηρώτησεν αν αναγινώσκω την νύκτα εις την κλίνην μου, και απαρίθμησε όλας τας ολεθρίας συνεπείας της τοιαύτης κακής συνηθείας, παρακινών με να την παραιτήσω. Έπειτα, εψιθύρισε μυστηριωδώς: «Δεν αποκοιμούμαι ποτέ χωρίς ν? αναγνώσω». Εννοείται ότι ηκολούθησα το παράδειγμα και όχι το δίδαγμα του ιατρού μου. Τούτο συνέτεινε βεβαίως εις την εξασθένησιν των οφθαλμών μου, αλλά προς τι η όρασις, εάν δεν χρησιμοποιείται; Εάν πέπρωται να χάσω το φως των οφθαλμών, ας έχω τουλάχιστον την παρηγορίαν ότι τους εχρησιμοποίησα».

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο Δημήτριος Βικέλας, στην προσπάθειά του να καλλιεργήσει τη λογιοσύνη του, είναι από τη μία η έλλειψη χρόνου για ανάγνωση και από την άλλη ο μεγάλος αριθμός βιβλίων που έχει μπροστά του. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Βικέλας ζει στο Λονδίνο, τον παράδεισο των βιβλιοφίλων της εποχής, και διαβάζει σε πέντε διαφορετικές γλώσσες (ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά ? σε ηλικία 58 ετών αρχίζει μάλιστα να μαθαίνει και να μεταφράζει και από τα ισπανικά!). Όσο για τη βιβλιοθήκη του, την περίφημη Βικελαία Βιβλιοθήκη, περιείχε κατά τον θάνατό του περισσότερους από 5.000 τόμους, όταν, κατά τον ¶λκη Αγγέλου, στις αρχές του αιώνα μια μέση βιβλιοθήκη έλληνα λογίου είχε δεν είχε 500 βιβλία. Ας σημειώσουμε εδώ και τον ενδεικτικό περί του ανθρώπου τίτλο μιας διάλεξης που έδωσε ο Βικέλας το 1887 στην Αθήνα: «Περί βιβλίων και περί της έξεως του αναγιγνώσκειν».

Λογικό, λοιπόν, να επανέρχεται συνεχώς και σε διάφορους τόνους στις σημειώσεις του το παράπονο για την έλλειψη χρόνου: «Πάντοτε, ή ο καιρός νομίζω ότι με λείπει ή η διάθεσις ή η όρεξις, και αυταί αι προφάσεις με χρησιμεύουν εις το να μην εκτελώ τας εις τον εαυτόν μου υποσχέσεις μου», «Εις αυτό το διάστημα, 2 ½ μηνών περίπου, ανέγνωσα διάφορα πράγματα, μολονότι η ασθένεια του Μόστρα, η σπουδή της ιταλικής και τα εμπορικά μου εστένευσαν πολύ τον προς ανάγνωσιν καιρόν», «Αρκετόν πάλιν καιρόν έμεινε άγραφον και κλειστόν αυτό το τετράδιον, μολονότι αρκετά βιβλία ανέγνωσα εις αυτό το διάστημα. Αλλ? εξ ενός αι γραφικαί μου εργασίαι του εμπορίου επερίσσευσαν, εξ άλλου δε προσπαθώ, όταν έχω εκτός του γραφείου διάθεσιν να μελανώνω χαρτί, να στιχουργώ, και κατά συνέπειαν αι αναγνώσεις μου γίνονται πλέον επιπολαίως και χωρίς σημειώσεις. Κακόν», «Δεν έχω καιρόν δια να σημειώσω με πλειοτέραν λεπτομέρειαν τα εν τω τόμω τούτω διηγούμενα συμβάντα. Αλλά και αυτό το σύγγραμμα είναι συνοπτική έκθεσις? ώστε σύνοψις της συνόψεως αποβαίνει δύσκολος. Δεν έχω καιρόν? αυτή είναι η μαύρη αλήθεια.»

Ένας βιβλιομανής αναγνώστης λοιπόν, ο Δημήτριος Βικέλας, όταν έχει χρόνο, καταγράφει τα αναγνώσματά του και περιγράφει τη ζωή του με τα βιβλία. Ό,τι δηλαδή κάνω κι εγώ που σας ομιλώ στο Ημερολόγιο Ανάγνωσης.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

http://areadingdiary.wordpress.com/

Κίκα Ολυμπίου (anagnostria)

Η σχέση μου με το βιβλίο νομίζω ότι ξεκίνησε από?το νηπιαγωγείο. Θυμάμαι ότι με γοήτευε όταν η δασκάλα μας έβαζε να διαβάζουμε τις πρώτες μας λέξεις. Στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο είχα την τύχη να φοιτώ σε σχολεία που διέθεταν δανειστικές βιβλιοθήκες, γιατί την εποχή εκείνη, λίγα ήταν τα παιδιά που είχαν τη δυνατότητα να έχουν δικά τους βιβλία. Και δεν φαντάζεστε πόσο τα ζήλευα.! Απόκτησα δικά μου βιβλία στην ηλικία των 15 χρόνων και αυτά ήταν η «Ρεβέκκα» της Δάφνης ντυ Μωριέ, το «Αύριο όλα θα πάνε καλύτερα» της Ανν Μαρί Σελίνκο και το «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» της Μπέττυ Σμιθ. Τα δυο πρώτα τα έχω ακόμα στις παλιές τους εκδόσεις που έχουν σχεδόν μισοδιαλυθεί, ενώ το τρίτο που κάπου, σε κάποιο δανεισμό χάθηκε, το ξαναγόρασα πρόσφατα.
Αυτή η στέρηση των βιβλίων των παιδικών μου χρόνων μου έμεινε σαν απωθημένο. Από τις μεγαλύτερες απολαύσεις μου τώρα είναι να μπαίνω σ? ένα βιβλιοπωλείο και να ξέρω πως έχω τη δυνατότητα να αγοράσω όποια και όσα βιβλία θέλω. Σε τέτοιο βαθμό που δεν προλαβαίνω να τα διαβάσω και στοιβάζονται σωρός γύρω μου.
Από πολύ μικρή κρατούσα σημειώσεις για τα βιβλία που διάβαζα. Κάποτε φράσεις που μου άρεσαν, κάποτε σκέψεις που μου γεννούσαν, άλλοτε μόνο στοιχεία της έκδοσης. Κάποια στιγμή θέλησα τις σκέψεις μου να μοιραστώ με άλλους. ¶ρχισα να δημοσιεύω, σε εφημερίδες ή λογοτεχνικά περιοδικά της Κύπρου. Ύστερα ήρθε η συνεργασία με τηλεόραση και το ραδιόφωνο, πάντα σε σχέση με το βιβλίο.
Και τώρα τα blogs. Τι ευλογία! Πρωτάκουσα γι? αυτά το 2006. Ο πειρασμός να δημιουργήσω το δικό μου blog ήταν μεγάλος. Και υπέκυψα τον Ιούνιο του 2006. Αισθάνομαι πολύ ευτυχής που μου δίνεται αυτή η δυνατότητα. Να γράφω, αλλά και να διαβάζω για βιβλία. Να εκφράζω ελεύθερα τις σκέψεις μου, να δέχομαι σχόλια, να κάνω εγώ σχόλια σε άλλα blogs. Μέσα από τα blogs έχω γνωριστεί με ανθρώπους που έχουν τα ίδια ενδιαφέροντα, έχω ενημερωθεί για βιβλία και συγγραφείς που μου ήταν άγνωστοι κι έχω διαβάσει μερικά πολύ ωραία βιβλία που διαφορετικά δεν θα είχα γνωρίσει. Κατά κανόνα διαβάζω ένα βιβλίο την εβδομάδα, κάποτε περισσότερα. Καμιά φορά,, όταν το βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον, μπορεί να αφήσω τα πάντα και να το τελειώσω σε 2-3 μέρες. Μα τα πολύ ωραία βιβλία, δυστυχώς, όλο και σπανίζουν. Διαβάζω τα πάντα, ελληνική και ξένη λογοτεχνία, σύγχρονη ή κλασική, κάποτε ξαναδιαβάζω τα ίδια βιβλία.
Χαίρομαι που τις αναρτήσεις μου στο blog, που πετάω σαν «μποτίλιες στο πέλαγος», βρίσκονται πολλοί «ναυαγοί» να τις περισυλλέξουν. Όμως υπήρξαν μερικές φορές που με τον αυθορμητισμό της γραφής και των αρνητικών συναισθημάτων που ένιωσα, στενοχώρεσα κάποιους ανθρώπους. Ίσως στο μέλλον να πρέπει να εκφράζομαι πιο ήπια για βιβλία που δεν μου άρεσαν ή και να μη γράφω καθόλου γι? αυτά.
Κάποτε, εκτός από βιβλιοπαρουσιάσεις, γράφω στο μπλογκ και κάτι άλλο, κάτι προσωπικό, που θα ήθελα να μοιραστώ με άλλους, όπως τις εντυπώσεις από ένα ταξίδι για παράδειγμα. Όμως, το περιεχόμενο του blog μου είναι κυρίως βιβλιοφιλικό. Τα βιβλία είναι η μεγάλη μου αγάπη, το πάθος, θα έλεγα, και αισθάνομαι πολύ ευτυχής που το blog μου δίνει τη δυνατότητα να μοιράζομαι αυτή τη χαρά με άλλους?ομοιοπαθείς.
Κίκα Ολυμπίου (anagnostria)

Golem (alef @ moha)

Ο Θεός, κατά τον Μπόρχες, είναι ένα κυκλικό βιβλίο. Το σύμπαν, η Μεγάλη Βιβλιοθήκη Του. Ο Ανθρωπος, η Καινή Διαθήκη Του. Και ό,τι υπάρχει, η σκέψη του άπειρου Θεού: η Φύση είναι η πρόζα του και ο άνθρωπος, η ποίησή του. Το Λεξικό είναι το Σύμπαν κατ? αλφαβητική σειρά, κατά τον Ιμπν Αραμπί. Και συμφωνώντας απολύτως με τον Μαλαρμέ, ναι «ο κόσμος έγινε για να χωρέσει σ? ένα βιβλίο». Τουλάχιστον ως ασθενικό μοναχοπαίδι δεν είχα, ήθελα δεν ήθελα, άλλη επιλογή. Με έμαθαν να διαβάζω αντί να παίζω. Και ως τα πέντε μου, έβλεπα τον κόσμο από ένα παράθυρο. Ε κι όταν βγήκα πια, η ζημιά είχε γίνει! Ό,τι διαβάζω κατανοώ και μόνο αν τα γράφω, καταλαβαίνω ό,τι ζω!

Πεπεισμένη για την απίστευτη μοναξιά της ζωής, της ανάγνωσης και της γραφής, διαπίστωνα με? φρίκη μου από βιβλιοφιλικό μπλογκ πριν από τρία; τέσσερα; χρόνια ότι κάποιος εκεί έξω, τελικά, με διαβάζει!
Χρειάστηκε για δεύτερη φορά να βγω απ? τη γυάλα! Έμαθα να στέλνω και να παίρνω μέιλς, μπήκα στο ´Ιντερνετ, διάβαζα με δίψα τους άλλους και ως? θιγμένη πριγκίπισσα άρχισα ως «alef» να σχολιάζω αρχικά. Πολύ γρήγορα, απέκτησα blog, τον moha, συνοδοιπόρο σ? αυτό, βαφτιστήρα και καινούργιους επιστήθιους φίλους. Κυκλοφορεί και ως ανέκδοτο πια. Ο Μουρσελάς ισχυρίζεται ότι «όλοι μπαίνουν στο Ίντερνετ και βρίσκουν φίλο, η Γκίκα μπήκε και βρήκε βαφτιστήρα!» Βρήκα κι ανθρώπους που διαβάζουν έτσι αφύσικα, όπως εγώ. Τους εμπιστεύομαι, σα να έρχονται απ? το βαθύ παρελθόν μου, είναι πια μέρος της ζωής μου, εξαιτίας τους διάβασα βιβλία εξαιρετικά, χαίρομαι απίστευτα το ίδιο βιβλίο όταν το μοιράζομαι να γίνεται άλλο. Και επιτέλους σπάει και της εφημερίδας όλη αυτή η μοναξιά. Λες και ό,τι γράφω το γράφω μόνη μου και μόνη το διαβάζω! Στο blog η αντίδραση είναι άμεση και επειδή γράφουμε με ψευδώνυμο, κι αυθόρμητη. Για μήνες πολλούς ο? alef και ο moha ήταν? «δυο πιτσιρίκια που παίζουν!»

Ο Μπόρχες, έχει κάνει κι εδώ τη? ζημιά. «Alef», επειδή όλα είναι εδώ κι εγώ εδώ με ό,τι διαβάζω και ό,τι είμαι. Η ιστοσελίδα «Golem» διότι σαν ομοίωμα μόνον όταν υπάρχουν οι άλλοι, αποκτάει ζωή και ο Moha φίλος καλός από την ώρα της? γέννησής του! Χάρη σε εκείνον το μπλογκ αποκτά χρώματα και εκπέμπει και μουσικές και εξαιτίας των φίλων μου, χρώμα και μουσική η ζωή μου.

Δίχως το Golem και άνευ της alef (γένους ουδετέρου, το? alef, σαν αγγελάκι το θέλησα στην αρχή) στη ζωή μου δεν θα είχαν μπει ο Librofilo, ο Nuwanta, ο Δημήτρης Μαμαλούκας, η Σταυρούλα Σκαλίδη, ο Reader, η Ρίτσα Μασούρα, ο Δημήτρης Αθηνάκης κι οι Ναυτίλοι! Δεν θα είχε γίνει η νουβαντίτσα «η αναδεξιμιά μου η Νεφέλη»! Διότι μπορεί για όλους το blog να είναι βιβλίο, ανάγνωση, γνώση, πληροφορία αλλά για μένα υπήρξε ο άλλος, η ζωή, οι φίλοι! Αλλά και μια alef που εμπεριείχα κι αγνοούσα!

Κατά τ? άλλα, εντάξει, για βιβλία γράφω που διαβάζω μόνη μου και τα περισσότερα δημοσιεύονται και στην εφημερίδα, αλλά στο Golem η αφύσικα μοναχική διαδικασία της ανάγνωσης και της γραφής, γίνεται παιχνίδι, καθρέφτης, φιλική διαδικασία. Κι εκείνο το παράθυρο που λέγαμε το παιδικό, ε αποκτά ζωή, χρώμα, μουσική, μου επιστρέφει τον χαμένο μου χρόνο.

Alef (αλλά και Ελένη Γκίκα)
Και Moha που είναι και Χρήστος Παπαμιχάλης.
Και το Golem, εμείς και όλοι εσείς, είδ? άλλως, δεν λέει!



Εικόνα: Not So Out of Reach... by © Jennbawa



http://alefmoha.blogspot.com

Β ι β λ ι ο κ α φ έ

Το ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ άνοιξε τον Ιούνιο του 2006, προκειμένου να στεγάσει τις απόψεις μου για την τρέχουσα ελληνική βιβλιοπαραγωγή. Είναι στην ουσία μια κάβα αναγνωστικών γεύσεων, μια κουζίνα απόψεων και κρίσεων για το μυθιστόρημα, το διήγημα, την ελληνική και ξένη πεζογραφία.

-Ανάγνωση σημαίνει θαλπωρή, καφές να αχνίζει στο φλιτζάνι και κέικ σοκολάτα στο πιάτο.

Ο Πατριάρχης Φώτιος κατάρτισε τον 9ο αιώνα ένα έργο, ονόματι «Μυριόβιβλος», όπου κατέγραψε τη γνώμη του για 280 περίπου έργα από την αρχαιότητα ως τις μέρες του. Διέσωσε έτσι τη γνώμη των Βυζαντινών για την εποχή τους αλλά και την αρχαιότητα, διέσωσε και στοιχεία για κείμενα που σήμερα έχουν χαθεί.

-Η λογοτεχνία βρήκε κατά καιρούς ανθρώπους που την υπηρέτησαν χωρίς να είναι οι ίδιοι λογοτέχνες.

Σταδιακά, το Βιβλιοκαφέ απέκτησε φίλους και θαμώνες, ανοίχτηκε όχι μόνο σε καφέδες και ροφήματα αλλά και σε συζητήσεις, ιστολέσχες ανάγνωσης, έρευνες και δημοσκοπήσεις, ειδησεογραφικά σχόλια και αναλύσεις επί άρθρων που βλέπουν το φως της επικαιρότητας στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Ο 3ος χρόνος τακτικής ιστολογικής ενασχόλησης με το βιβλίο με έχει κάνει πιο ώριμο να αποδέχομαι τις γνώμες των άλλων και να αναθεωρώ κάθε στιγμή τις δικές μου.

-Ο αναγνώστης είναι ο αναγκαίος άλλος πόλος της λογοτεχνίας. Χωρίς αυτόν τα κείμενα είναι φωνήεντα σε κόσμο κωφών.

Προσπαθώ να είμαι σαφής και δίκαιος στις εκτιμήσεις μου, να χρησιμοποιώ τις ανθρωπιστικές επιστήμες ως εργαλείο ανάγνωσης, προσπαθώ να ποικίλλω το ιστολόγιο με διάφορα θέματα και ιδέες, χωρίς να καταφεύγω σε δημοσιοσχετίστικες τακτικές, σε εύκολες κρίσεις, σε τυποποιημένες συνταγές.

Πατριάρχης Φώτιος

sjuzet@hotmail.com

Ναυτίλος

Ο Ναυτίλος γεννήθηκε πριν από ένα χρόνο περίπου. Δηλαδή είναι ακόμη νήπιο . Δημιουργοί του ήταν ο Αλέξης , που εργάζεται ως χημικός στη βιομηχανία και η Χρυσάνθη, φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Νονός του υπήρξε ο Ιούλιος Βερν με την περίφημη βιβλιοθήκη του Ναυτίλου, του πλοιάρχου Νέμο. Μια βιβλιοθήκη 12.000 τόμων «εις τους βαθυτάτους μυχούς των θαλασσών? εις την πλειοτέραν απομόνωσιν, πλειοτέραν σιωπήν».
Αφορμή για τη γέννησή του υπήρξε ένας εραστής των βιβλίων, ο Librofilo. Καθώς περιπλανιόμουν στο διαδίκτυο ψάχνοντας, όπως το συνηθίζω, πληροφορίες για κάποιο βιβλίο, βρέθηκα στο «βλογκάκιόν» του. Κριτικές βιβλίων γραμμένες με κέφι κι έξω από την πεπατημένη. Ενθουσιάστηκα κι αμέσως καταπιάστηκα με τη δημιουργία του δικού μου ιστολόγιου.
Αρχικά, είχα στο νου μου ένα εικονικό λογοτεχνικό περιοδικό. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν χρόνος και μεράκι. Αυτό που τελικά προέκυψε είναι ένα ημερολόγιο ανάγνωσης. Κάθε βιβλίο που διαβάζω αφήνει το αποτύπωμά του στο μπλογκ μου. Επιλογές ποιημάτων, αφορισμών, κριτικές βιβλίων. Όλα αυτά διανθισμένα κατάλληλα με εικαστικά θέματα ζωγράφων ή φωτογραφίες έτσι ώστε το ιστολόγιο να αποκτήσει και μια αισθητική αρτιότητα.
Είναι πραγματικά συναρπαστικό να ξέρεις ότι η κριτική σου άποψη ταξιδεύει στο διαδικτυακό χώρο με το απλό πάτημα ενός πλήκτρου. Έτσι, ο Ναυτίλος σύντομα απέκτησε επισκέπτες, που τα σχόλιά τους εμπλούτιζαν το περιεχόμενό του. Για να γίνει σταδιακά εκτός από τρόπος έκφρασης και τόπος επικοινωνίας πολλών βιβλιόφιλων.
«Βιβλιομανείς όλου του κόσμου ενωθείτε». Έλληνες όχι μόνο από την Ελλάδα και την Κύπρο αλλά κι από κάθε γωνιά του κόσμου επικοινωνούμε και μοιραζόμαστε τη χαρά της ανάγνωσης, «μιας τέχνης λησμονημένης που ασκείται από τους μυημένους, τους αληθινούς αναγνώστες, τους τελευταίους μιας φυλής που σήμερα απειλείται με εξαφάνιση»*. Αναγνώστες από ένα χωριό της Αριδαίας, από τη Λεμεσό, τις Βρυξέλλες, το Σίδνεϊ ανταλλάσσουμε απόψεις, συμφωνούμε ή διαφωνούμε δημιουργικά. ¶νθρωποι που στην καθημερινότητά μας βρισκόμαστε χιλιόμετρα μακριά και που θα ήταν απίθανο να συναντηθούμε, με αυτόν το μαγικό τρόπο πλησιάζουμε ο ένας τον άλλον. Έτσι, η απομόνωση που βίωνα ως μανιακός αναγνώστης έσπασε. Δεν είμαι πια ο μόνος που αγοράζει πολύ περισσότερα βιβλία απ? όσα διαβάζει, που απολαμβάνει ηδονικά το άγγιγμα και τη μυρωδιά τους? Παράλληλα, γνωρίζοντας ότι τις σκέψεις μου δεν τις κρατάω μόνο για τον εαυτό μου αλλά τις μοιράζομαι με άλλους πολλούς, γίνομαι προσεκτικότερος αναγνώστης ενώ τα σχόλια των «φίλων» μού δίνουν ερεθίσματα για σφαιρικότερη προσέγγιση των αναγνωσμάτων μου.
Παραφράζοντας λίγο τον Μπαλζάκ θα έλεγα : «Συχνά επιβιβαζόμενος πάνω σ? ένα βιβλίο πραγματοποίησα τα πιο απολαυστικά ταξίδια», κι ο Ναυτίλος προσκαλεί όσους πιστεύουν στην ομορφιά του βιβλίου να ταξιδέψουν μαζί του.


*Σ. Τριβιζάς: Η τέχνη της ανάγνωσης.



http://www.alexis-chryssanthie.blogspot.com


Αλέξης

Librofilo

Από τα 18-19 μου που άρχισα να διαβάζω συστηματικά λογοτεχνικά κείμενα παντός είδους και ύφους με απασχολούσε το ζήτημα της μνήμης. Δηλαδή διαβάζεις κάτι, πως και τι θυμάσαι από αυτό μετά; Και όταν λέω μετά,δεν εννοώ στο άμεσο μέλλον…Σημείωνα λοιπόν κάποια πράγματα γιά τα βιβλία που διάβαζα σε κάτι τετραδιάκια. Κάποια στιγμή βαρέθηκα, με απορρόφησε η δουλειά, σταμάτησα να το κάνω. Μετά από χρόνια πολλά, εκεί γύρω στα 40 τόσα μου, το ξανάρχισα αλλά πλέον είχα αποκτήσει την συνήθεια του computer, δεν άντεχα να γράφω στο χαρτί. Όταν ανακάλυψα τα blogs αυτόματα μιά πόρτα άνοιξε μπροστά μου. «Εδώ είμαστε», είπα και δημιούργησα το προσωπικό μου blog .

Στην αρχή έγραφα χαλαρά, ήμουνα σίγουρος ότι κανείς δεν θα διάβαζε αυτά που γράφω και ακόμα περισσότερο ότι σχεδόν κανένα δεν θα ενδιέφεραν. Όταν άρχισαν τα πρώτα σχόλια είδα ότι υπάρχει κόσμος που ασχολείται με την βιβλιοφιλία και διαβάζει. Η έκπληξη μου ήταν μεγάλη και ο ενθουσιασμός μου ακόμα μεγαλύτερος. Μετά ανακάλυψα και άλλα βιβλιόφιλα blogs, αργότερα δημιουργήθηκαν και αρκετά άλλα. Ήδη είμαστε μιά μικρή (αλλά ζωντανή)κοινότητα με τα στραβά της και τα (πολλά) καλά της. Το κυριότερο είναι ότι οι περισσότεροι δεν είμαστε «επαγγελματίες» του χώρου, δεν έχουμε καμμία άμεση ή έμμεση σχέση με τους εκδοτικούς οίκους ή τα συγκροτήματα τύπου οπότε λέμε την άποψη μας ελεύθερα και χωρίς λεκτικούς ακροβατισμούς.

Στο blog μου ασχολούμαι περισσότερο με την ξένη(μεταφρασμένη) λογοτεχνία. Έχω ερωτηθεί πολλές φορές γιατί δεν δίνω βαρύτητα στην ντόπια παραγωγή. Είναι θέμα φιλοσοφίας,θέμα αρχών. Θεωρώ την λογοτεχνία ένα πράγμα,μία ενότητα. Δεν μπορώ να διαχωρίσω εντόπια και αλλοδαπή, γιά μένα όλοι παίζουνε στο ίδιο γήπεδο και πρέπει να τους διαβάζουμε με τα ίδια στάνταρντς. Δεν με συγκινεί εάν κάποιος γράφει στην γλώσσα μου και εάν κάποιος μιλάει γιά βιώματα που ίσως να έχω κι εγώ.
Ευτυχώς ή δυστυχώς μεγάλωσα σε αστική ολιγομελή οικογένεια όπου δεν ακούστηκε ποτε η φωνή του Καζαντζίδη από το πικάπ και ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος δεν μας συγκίνησε ποτέ. Ως εκ τούτου συναντώ περισσότερες ομοιότητες με κάποιους συγγραφείς που γράφουν από την άλλη μεριά του κόσμου, παρά με κάποιον συγγραφέα που γράφει από την διπλανή πόρτα. Όλα είναι ζήτημα ικανοτήτων και αξίας του καθενός συγγραφέα, και σε μία παγκοσμιοποιημένη κοινωνία (με τα καλά της και τα κακά της) οι άνθρωποι του αποκαλούμενου Δυτικού κόσμου έχουν τις ίδιες πάνω-κάτω προσλαμβάνουσες, τα ίδια ερεθίσματα. Γι’αυτό λοιπόν με την αβάσταχτη (γιά έναν ενημερωμένο αναγνώστη) μαζικότητα της παραγωγής, πρέπει να ιεραρχώ το τι θα διαβάσω ανάλογα με το ενδιαφέρον που μου προκαλεί το θέμα κάποιου μυθιστορήματος.

Διαβάζω περίπου 110-120 βιβλία τον χρόνο. Το 90% είναι λογοτεχνία και τα υπόλοιπα είναι ιστορικά ή κοινωνιολογικά βιβλία. Είμαι φανατικός οπαδός της μυθοπλασίας, δεν μπορώ να αντισταθώ σε μιά καλή ιστορία και βαδίζω σύμφωνα με το λεχθέν από τον μεγάλο Μπόρχες: «Στην αρχή της λογοτεχνίας βρίσκεται ο μύθος, και στο τέλος της, πάλι ο μύθος».
Δεν παρουσιάζονται όλα τα βιβλία που διαβάζω στο blog. Υπάρχουν κάποια που μπορεί να μου αρέσουν αλλά να μην έχω να πω κάτι γι’αυτά. Με την νέα μορφή που θα πάρει το blog από την αρχή της νέας χρονιάς θα υπάρχουν αναφορές και στα βιβλία που δεν θέλω να επεκταθώ ή και σε κάποια παλαιότερα που διάβασα τα περασμένα χρόνια που δεν είχα το blog.

Μπορεί να ρωτήσει κανείς, και μετά τι; Τίποτα θα είναι η απάντηση. Δεν με συγκινεί το Facebook,δεν έχω κάν προφίλ εκεί. Δεν με συγκινούν οι μορφές «κοινωνικής δικτύωσης», δεν πιστεύω ότι έχουν να κάνουν κάτι με την λογοτεχνία. Γιά όσο καιρό με ικανοποιεί αυτό που κάνω, θα συνεχίσω να το κάνω, μετά θα κλειστώ πάλι στον εαυτό μου και θα συνεχίσω το διάβασμα. 30 χρόνια τώρα αυτό κάνω και μπορεί όλα γύρω μου να καταρρέουν, ιδεολογίες, κοινωνικά συστήματα, ομάδες, έρωτες, το πάθος γιά την λογοτεχνία δεν σβήνει ποτέ. Ίσως τελικά ο Θωμάς εκ Κέμπης να είχε δίκιο...
«Έχω αναζητήσει την ευτυχία παντού, αλλά δεν την βρήκα πουθενά – μόνο σε μιά γωνίτσα μ’ένα βιβλιαράκι».

Πανδοχείο

Πρώτα φαντάστηκα ένα πανδοχείο φιλοξενίας των συγγραφέων που (με) ταξίδεψαν σε αμέτρητους μυθοπλαστικούς τόπους. Εφόσον δεν έχω πάψει να συνομιλώ μαζί τους, τώρα είναι σειρά μου να τους προσκαλέσω στο δικό μου προσωπικό σύμπαν. Έπειτα σκέφτηκα πως, αν τα αλλοτινά πανδοχεία αποτελούσαν τόπους συνεύρεσης ταξιδιωτών των οποίων οι δρόμοι μπορεί και να μην διασταυρώνονταν ποτέ, τότε αυτό εδώ επιθυμεί να είναι ένα αντίστοιχο εντευκτήριο όλων εμάς που ταξιδεύουμε στους δρόμους της λογοτεχνίας.
Σαφώς και υπήρχαν βέβαια βασανιστικές προσωπικές ανάγκες: η τήρηση ενός ημερολογίου αναγνωστικών εμπειριών, η ευγενής δοκιμασία σε έκφραση και γραφή, η ψυχαγωγική εμπειρία της αισθητικής κατασκευής ενός – έστω και ψηφιακού – κόσμου. Κυρίως όμως δύο θέλγητρα αποδείχτηκαν ακαταμάχητα: αφενός η προσωπική διαδικασία μόρφωσης και πνευματικής βελτίωσης (εφόσον ένα βιβλιοκριτικό σημείωμα απαιτεί συνεχή επιστημονική – θεωρητική κατάρτιση και έρευνα), αφετέρου η ευκαιρία να μοιραστώ αναγνωστικές ηδονές και σκέψεις.
Φυσικά ούτε λόγος για την πολυσυζητημένη αντικατάσταση της παραδοσιακής - έντυπη κριτικής από τα ιστολόγια. Η κριτική σήμερα είναι απαραίτητη όσο ποτέ (όσο κι αν συρρικνώνεται σημαντικά από τον Τύπο), απλώς τα blogs προσθέτουν: περισσότερη ύλη και απόψεις, νέες οπτικές γωνίες και ερμηνείες, κείμενα περισσότερο εύληπτα, ανάδειξη τίτλων που έμειναν στην αφάνεια, κάλυψη μεγαλύτερου μέρους της λογοτεχνικής παραγωγής και δη σε συχνότερη βάση, αισθητικό εμπλουτισμό (φωτογραφίες, σκίτσα κ.λπ. των συγγραφέων ή και άλλες εικόνες), συνομιλίες με περισσότερους λογοτέχνες, ακόμα κι έναν ανεπίσημο πλην ενδιαφέροντα χάρτη της σύγχρονης λογοτεχνικής πρόσληψης.
Μέχρι σήμερα στο Πανδοχείο έχουν συγκεντρωθεί σημειώματα για θελξικάρδια βιβλία (οικειοποιούμαι το επίθετο από την Ζυράννα Ζατέλη) και μουσικές. Θα ήμουν ευτυχής αν το Πανδοχείο και άλλα ιστολόγια αποτελέσουν «περιβόλια» κειμένων, προτάσεων και διαλόγου, αλλά και κομμάτι μιας ευρύτερης αναγνωστικής κοινότητας, όπου λογοτέχνες, κριτικοί, ιστολόγοι και αναγνώστες συνομιλούν για την λογοτεχνία. Και μια ζεστή σάλα όλων εμάς που δεν μπορούμε να διανοηθούμε μια ζωή χωρίς αναγνώσεις, αναγνώσεις που μας κάνουν καλύτερους αλλά και μας προσφέρουν λογοτεχνημένες ιδέες για καλύτερη ζωή.

Λάμπρος Σκουζάκης

http://pandoxeio.wordpress.com

exwtico

Το blog exwtico πήρε το όνομά του από το στίχο του ποιήματος «Parturition» («Τοκετός») της Μίνα Λόι: «There is a climax in sensibility / When pain surpassing itself / Becomes Exotic». («Υπάρχει μια κλιμάκωση στην ευαισθησία / Όταν ο πόνος υπερβαίνει τον εαυτό του / Γίνεται Εξωτικός»). Το w εκφράζει το ελληνικό ω παραπέμποντας τόσο στο επιφώνημα «ω!» όσο και στην ελληνική λέξη «έξω».
Είναι εξωστρεφές, «χρησιμοποιεί» τη δημιουργία για να γεύεται το ωραίο, εκείνο που προκύπτει από την εμβάθυνση στον γραπτό λόγο καθώς και τη μεταφορά του συγκινησιακού και όχι μόνο βάρους του προς τον κάθε ενδιαφερόμενο, ειδικά εκείνον που δεν έχει την πολυτέλεια να αγοράζει συνεχώς βιβλία, είτε γιατί ζει εκτός Ελλάδας είτε σε κάποια μακρινή επαρχία, είτε απλώς γιατί είναι οικονομικά ασύμφορο.

Ένα είδος ηλεκτρονικής βιβλιοθήκης, με τη διαφορά ότι το blog φέρει και έναν πιο προσωπικό χαρακτήρα: τις αισθητικές προτιμήσεις, καθώς και τα πολιτισμικά και αξιολογικά γλυκά φορτία του γράφοντα, που έχει το δικαίωμα -καθότι δεν δεσμεύεται θεματολογικά, αισθητικά ή ιδεολογικά όπως ενδεχομένως να συνέβαινε εάν έγραφε για μια εφημερίδα ή κάποιο λογοτεχνικό περιοδικό- της απροσχημάτιστής και ειλικρινούς έκφρασης, που σκοπεύει να κάνει την κοινωνία μας, αν όχι καλύτερη, τουλάχιστον λιγότερο άσχημη. Τα blogs χαρίζουν το δικαίωμα της συνδιάλεξης με αφορμή κάποιο λογοτεχνικό βιβλίο, πεζογραφίας ή ποίησης, οπότε μέσω της συντροφικότητας (έστω και από κάποια απόσταση) τιμάται η ζωή, έρχονται οι αναγνώστες πιο κοντά, κι αυτό με αφορμή αγαπημένα πράγματα.

Το exwtico περιλαμβάνει ένα κολάζ από ποιήματα, κείμενα, ιστορίες, αναγνώσεις βιβλίων, βιβλιοκριτικές, μεταφράσεις ποίησης, όλα γραμμένα με ιδιαίτερη περίσκεψη και πρόθεση, ενώ άλλα είναι εσκεμμένα αυθόρμητα καθώς συλλαμβάνουν εν τω γίγνεσθαι τη σαγήνη της δημιουργίας, ως διαδικασίας αθώα απελευθερωτικής: ραβασάκια, σχόλια, ρήσεις, εικόνες. Μια-δυο λέξεις μπορούν να αποτελέσουν στην αξία τους ολόκληρο βιβλίο, μπορούν επιπλέον να παρακινήσουν στην ανάγνωση -κατά τη γνώμη μου- καλών βιβλίων, βιβλίων που έχουν λόγο να υπάρχουν ανάμεσα σε στοιβάδες αδιάφορων εκδόσεων.

Λέξεις που γράφονται, λέξεις που διαβάζονται. Ο καλός αναγνώστης θα μπορέσει να δει τον κοινό παρονομαστή όλων των παραπάνω κατηγοριών, τις αισθητικές και κοινωνικές προτάσεις που άλλοτε παρουσιάζονται υπαινικτικά και άλλες φορές απερίφραστα. Τα blogs δεν είναι ένας παράλληλος κόσμος, δεν είναι μονάχα καταφύγιο, αλλά τόπος δράσης, κυρίως, τόπος διάδρασης. Αυτό είναι το θέμα.

Η αλήθεια είναι πως η επικοινωνία με τον έξω κόσμο μέσω του blog δεν ήταν η βασική επιδίωξη του exwtico. Στην αρχή ήταν κάτι σαν προσωπική ανάγκη, ένα είδος εξόντωσης της περιρρέουσας αδιαφορίας ή ασχήμιας, μετά εξελίχθηκε σε κάτι ομαδικό, κοινωνικό, εφόσον στην πράξη επιβεβαιώθηκε ό,τι ονομάζουμε ανθρώπινη συνάντηση. Και τα καλά συναισθήματα ενισχύονται μέσα από τους κοινούς κώδικες της βιβλιοφιλίας.

Υπάρχει βέβαια και κάτι αρνητικό: μια κάποια βιασύνη στις αναγνώσεις, που οφείλεται ενδεχομένως στην ευκολία του μέσου αυτού που λέγεται Διαδίκτυο, το οποίο μερικές φορές παραπλανά, δίδει την εντύπωση πως επειδή η κάθε πληροφορία ή άποψη είναι εύκολα προσβάσιμες είναι και επιφανειακές. Στο μέλλον αυτό θα αλλάξει.

Όσο δίδεται έμφαση στα θετική διάσταση του blogging όμως τόσο πιο πλούσια θα γίνεται η αναγνωστική εμπειρία. Ανταλλαγές ιδεών, προβληματισμοί, επαναθεωρήσεις, διεύρυνση οριζόντων είναι βασικά μελήματα. Και όσο πιο δημιουργική γίνεται η σκέψη μας, τόσο λιγότερο «μηχανιστική» θα καταστεί και η ζωή μας.

Κατά βάθος όλοι με τον τρόπο μας πολεμάμε το θάνατο. Βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή και χτίζουμε με όλο μας το είναι μια μπορχεσιανή βιβλιοθήκη.
Ευτυχία Παναγιώτου

Δημήτρης Αθηνάκης

Τους bloggers πολλοί εμίσησαν, το blogging ουδείς. Είναι παράξενο. Κανείς, απ' όσους αγαπούν το βιβλίο σε βαθμό φετιχισμού, δε θέλει ν' αντικαταστήσει το "ιερό" άγγιγμα των σελίδων ενός κειμένου, αλλά όλο και περισσότεροι παλεύουμε να μιλήσουμε γι' αυτό...ηλεκτρονικά. Είναι ωραία αυτή η ελευθερία που υπάρχει. Είναι ακόμη ωραιότερη η συνειδητοποίηση ότι καμιά φορά ασυδοτούμε και, γενικά, προσπαθούμε να το εξαλείψουμε.

Πολλοί λένε ότι θέλουν οι bloggers να υποκαταστήσουν ή ν΄ αντικαταστήσουν την "επίσημη" κριτική, αλλά δεν είναι καθόλου έτσι. Κανείς στο διαδικτυακό σύμπαν δεν το κάνει αυτό. Κανείς, θέλω να πιστεύω, που ασχολείται με το βιβλίο δε θέλει σώνει και καλά να έρθει σε αντιπαράθεση με τον τάδε ή τον δείνα κριτικό ή συγγραφέα. Επειδή κινούμαστε σε μια μορφή ελευθερίας ή "ελευθερίας", επειδή είμαστε απαλλαγμένοι από καθήκοντα και υποχρεώσεις σε αυτό το επίπεδο, βασικό μέλημα είναι η ελεύθερη δημιουργία, η ανοιχτή επικοινωνία με τον κόσμο. Δυστυχώς, όμως, όσο περισσότερο θεματικό είναι το blog σου, τόσο λιγότερες πιθανότητες έχεις να έχεις έναν ευρύ κύκλο επικοινωνίας. Αλλά και πάλι αυτό λίγη σημασία έχει. Μιλάμε για το βιβλίο σ' αυτούς που θέλουν ν' ακούσουν. Μας μιλάνε για το βιβλίο αυτοί που θέλουμε ν' ακούσουμε. Όπως γίνεται παντού και πάντα. Στο blogging γιατί να είναι διαφορετικά;

Εν προκειμένω, λοιπόν, στο δικό μου blog μέσα από κριτικές ή παρουσιάσεις βιβλίων, από συνεντεύξεις συγγραφέων, από προσωπικά μου κείμενα, μπήκα σ' ένα δρόμο επαφής με ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα, ανεξάρτητα από την εκάστοτε τοποθέτησή μας στο ίδιο θέμα. Η επιλογή της λογοτεχνίας ως σηματοδότη του δικού μου ιστολογίου, μπορεί να σημαίνει (και είναι, στο κάτω-κάτω της γραφής) ένα ακόμη blog χαμένο στο άπειρο του ψηφιακού κόσμου. Ωστόσο, αυτό έρχεται σε δεύτερη μοίρα όταν μια λέξη -πολλές φορές θυμωμένη ή επιθετική, είναι κι αυτό στο παιχνίδι- εμφανίζονται μπροστά σου ως μήνυμα από το υπερπέραν, κάτι σαν μια επαφή όχι πια με τις κλασικές σελίδες των αγαπημένων μας βιβλίων, αλλά με κουμπάκια και φωτάκια.

Τελικά, δεν έχει καμιά σημασία πόσο αγαπάς το βιβλίο. Σημασία έχει να μπορέσεις να κάνεις τους άλλους να το καταλάβουν και ίσως να σ' ακολουθήσουν. Αλλά, μεταξύ μας, ποιος νοιάζεται γι' αυτό; Ας διαβάζουμε κι ας αφήσουμε το σύμπαν να παίξει το παιχνίδι του.

Έτσι κι αλλιώς, η διάκριση της εξέλιξης και της συνέχειας απέχει πολύ απ' την πλήρη συνειδητοποίησή της.

Κι αυτό κανείς δεν έχει το δικαίωμα να το επιβάλει. Ούτε να το αφαιρέσει.

Δημήτρης Αθηνάκης