Librofilo

Από τα 18-19 μου που άρχισα να διαβάζω συστηματικά λογοτεχνικά κείμενα παντός είδους και ύφους με απασχολούσε το ζήτημα της μνήμης. Δηλαδή διαβάζεις κάτι, πως και τι θυμάσαι από αυτό μετά; Και όταν λέω μετά,δεν εννοώ στο άμεσο μέλλον…Σημείωνα λοιπόν κάποια πράγματα γιά τα βιβλία που διάβαζα σε κάτι τετραδιάκια. Κάποια στιγμή βαρέθηκα, με απορρόφησε η δουλειά, σταμάτησα να το κάνω. Μετά από χρόνια πολλά, εκεί γύρω στα 40 τόσα μου, το ξανάρχισα αλλά πλέον είχα αποκτήσει την συνήθεια του computer, δεν άντεχα να γράφω στο χαρτί. Όταν ανακάλυψα τα blogs αυτόματα μιά πόρτα άνοιξε μπροστά μου. «Εδώ είμαστε», είπα και δημιούργησα το προσωπικό μου blog .

Στην αρχή έγραφα χαλαρά, ήμουνα σίγουρος ότι κανείς δεν θα διάβαζε αυτά που γράφω και ακόμα περισσότερο ότι σχεδόν κανένα δεν θα ενδιέφεραν. Όταν άρχισαν τα πρώτα σχόλια είδα ότι υπάρχει κόσμος που ασχολείται με την βιβλιοφιλία και διαβάζει. Η έκπληξη μου ήταν μεγάλη και ο ενθουσιασμός μου ακόμα μεγαλύτερος. Μετά ανακάλυψα και άλλα βιβλιόφιλα blogs, αργότερα δημιουργήθηκαν και αρκετά άλλα. Ήδη είμαστε μιά μικρή (αλλά ζωντανή)κοινότητα με τα στραβά της και τα (πολλά) καλά της. Το κυριότερο είναι ότι οι περισσότεροι δεν είμαστε «επαγγελματίες» του χώρου, δεν έχουμε καμμία άμεση ή έμμεση σχέση με τους εκδοτικούς οίκους ή τα συγκροτήματα τύπου οπότε λέμε την άποψη μας ελεύθερα και χωρίς λεκτικούς ακροβατισμούς.

Στο blog μου ασχολούμαι περισσότερο με την ξένη(μεταφρασμένη) λογοτεχνία. Έχω ερωτηθεί πολλές φορές γιατί δεν δίνω βαρύτητα στην ντόπια παραγωγή. Είναι θέμα φιλοσοφίας,θέμα αρχών. Θεωρώ την λογοτεχνία ένα πράγμα,μία ενότητα. Δεν μπορώ να διαχωρίσω εντόπια και αλλοδαπή, γιά μένα όλοι παίζουνε στο ίδιο γήπεδο και πρέπει να τους διαβάζουμε με τα ίδια στάνταρντς. Δεν με συγκινεί εάν κάποιος γράφει στην γλώσσα μου και εάν κάποιος μιλάει γιά βιώματα που ίσως να έχω κι εγώ.
Ευτυχώς ή δυστυχώς μεγάλωσα σε αστική ολιγομελή οικογένεια όπου δεν ακούστηκε ποτε η φωνή του Καζαντζίδη από το πικάπ και ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος δεν μας συγκίνησε ποτέ. Ως εκ τούτου συναντώ περισσότερες ομοιότητες με κάποιους συγγραφείς που γράφουν από την άλλη μεριά του κόσμου, παρά με κάποιον συγγραφέα που γράφει από την διπλανή πόρτα. Όλα είναι ζήτημα ικανοτήτων και αξίας του καθενός συγγραφέα, και σε μία παγκοσμιοποιημένη κοινωνία (με τα καλά της και τα κακά της) οι άνθρωποι του αποκαλούμενου Δυτικού κόσμου έχουν τις ίδιες πάνω-κάτω προσλαμβάνουσες, τα ίδια ερεθίσματα. Γι’αυτό λοιπόν με την αβάσταχτη (γιά έναν ενημερωμένο αναγνώστη) μαζικότητα της παραγωγής, πρέπει να ιεραρχώ το τι θα διαβάσω ανάλογα με το ενδιαφέρον που μου προκαλεί το θέμα κάποιου μυθιστορήματος.

Διαβάζω περίπου 110-120 βιβλία τον χρόνο. Το 90% είναι λογοτεχνία και τα υπόλοιπα είναι ιστορικά ή κοινωνιολογικά βιβλία. Είμαι φανατικός οπαδός της μυθοπλασίας, δεν μπορώ να αντισταθώ σε μιά καλή ιστορία και βαδίζω σύμφωνα με το λεχθέν από τον μεγάλο Μπόρχες: «Στην αρχή της λογοτεχνίας βρίσκεται ο μύθος, και στο τέλος της, πάλι ο μύθος».
Δεν παρουσιάζονται όλα τα βιβλία που διαβάζω στο blog. Υπάρχουν κάποια που μπορεί να μου αρέσουν αλλά να μην έχω να πω κάτι γι’αυτά. Με την νέα μορφή που θα πάρει το blog από την αρχή της νέας χρονιάς θα υπάρχουν αναφορές και στα βιβλία που δεν θέλω να επεκταθώ ή και σε κάποια παλαιότερα που διάβασα τα περασμένα χρόνια που δεν είχα το blog.

Μπορεί να ρωτήσει κανείς, και μετά τι; Τίποτα θα είναι η απάντηση. Δεν με συγκινεί το Facebook,δεν έχω κάν προφίλ εκεί. Δεν με συγκινούν οι μορφές «κοινωνικής δικτύωσης», δεν πιστεύω ότι έχουν να κάνουν κάτι με την λογοτεχνία. Γιά όσο καιρό με ικανοποιεί αυτό που κάνω, θα συνεχίσω να το κάνω, μετά θα κλειστώ πάλι στον εαυτό μου και θα συνεχίσω το διάβασμα. 30 χρόνια τώρα αυτό κάνω και μπορεί όλα γύρω μου να καταρρέουν, ιδεολογίες, κοινωνικά συστήματα, ομάδες, έρωτες, το πάθος γιά την λογοτεχνία δεν σβήνει ποτέ. Ίσως τελικά ο Θωμάς εκ Κέμπης να είχε δίκιο...
«Έχω αναζητήσει την ευτυχία παντού, αλλά δεν την βρήκα πουθενά – μόνο σε μιά γωνίτσα μ’ένα βιβλιαράκι».