Εαρινή Συμφωνία - Αγγελική Κώττη

Κάποτε έκανα λογοτεχνικό ρεπορτάζ. Ζούσαν όλοι, ή σχεδόν όλοι- εκτός του αγαπημένου μου Γιώργου Σεφέρη. Μοναδική παρηγοριά μου, στα χρόνια της επαναστατημένης νιότης μου, πως η κηδεία του είχε αποτελέσει την πρώτη μεγάλη αφορμή για ξέσπασμα του πλήθους κατά της δικτατορίας.

Χρόνια μετά, σε καιρούς άγονους, και ενώ είχα αλλάξει και εφημερίδα, και πολιτικό χώρο (ελαφρά...) και τομέα ενασχόλησης, θυμήθηκα πως ερχόταν η επέτειος της δολοφονίας του Λόρκα. Αλλά πού να γράψω, πια; Μόλις είχα αρχίσει να διαβάζω κάποια μπλογκ, ανάμεσα στα οποία το ?φημισμένο και τότε και τώρα ακόμη, που πλέον δεν λειτουργεί- του readers? digest. Οχι και τόσο καλή περί τα τεχνολογικά, ούτε και στουρνάρι όμως, αποφάσισα να δοκιμάσω κι εγώ. Και ό,τι γίνει. Δεν τα κατάφερα και άσχημα.

Αυτό που έγινε προμηνυόταν ήδη από τον τίτλο που επέλεξα τότε, τον Αύγουστο του 2006: Εαρινή Συμφωνία. Βεβαίως, όχι από τον γνωστό πίνακα, ούτε από οτιδήποτε άλλο μπορείτε να σκεφτείτε. Για όσους έστω και λίγο με γνωρίζουν, ήταν πασιφανές: από το νεανικό, αισθαντικό ποίημα του Γιάννη Ρίτσου. Και αφού το δικό του έργο γνωρίζω καλύτερα από όλων των άλλων, εντέλει το ιστολόγιό μου γι? αυτό μιλά περισσότερο. Φέτος δε, που είναι και το Ετος Ρίτσου, κάτι παραπάνω κατάφερα. Δεν μού είναι ξένα, βεβαίως, και άλλα που έχουν να κάνουν με τη λογοτεχνία. Ακόμη και εκεί όπου συναντάται με την πολιτική. Ισως, ιδίως τότε. Αν και έμαθα: τίποτα δεν πρέπει να παρεισφρέει εμπρόθετα στο έργο τέχνης, για να είναι Εργο Τέχνης.

Η πρώτη μεγάλη ηδονή της ζωής μου που μου έχει εντυπωθεί, ήταν η ηδονή πως ξέρω να ερμηνεύω τα μαύρα σημαδάκια από τις σελίδες των βιβλίων, πως αποκωδικοποιώ και τις λευκές γραμμούλες στον μαυροπίνακα. Πως ξέρω να διαβάζω. Εκτοτε, πάντοτε θεωρούσα πως οι σελίδες των βιβλίων έχουν χρώματα. Παραξενεύτηκα ανακαλύπτοντας, αιφνιδιαστικά, πως τα γράμματα παρέμεναν μαύρα. Και μάλιστα, σε προχωρημένη ηλικία. Ερωτική σχέση; Κατά πάσα πιθανότητα.

Διάβαζα και πριν μάθω να διαβάζω. Για την ακρίβεια, μού διάβαζαν. Αλλά, όταν έμαθα να το κάνω και μόνη, ποιος με σταματούσε. Κάτω από τα σκεπάσματα, με το φως του φακού, τις περισσότερες από τις ελεύθερες ώρες μου, και πολλές από αυτές που δεν ήταν ελεύθερες, επίσης, τις αφιέρωνα στην ανάγνωση. Και μυθολογία. Και Ιστορία. Και φιλοσοφία (που δεν την καταλάβαινα πάντοτε, ιδίως όταν φτάναμε τους μεγάλους πολιτικούς φιλοσόφους. Προσπαθούσα πάντως...) Πάνω απ? όλα διάβαζα λογοτεχνία. Με αυτό το υπόστρωμα παλεύω και σήμερα να κεντάω τα κείμενά μου.

Η άλλη «προίκα» μου είναι από τη δημοσιογραφία. Να μην αφηγούμαι αφηρημένα και γενικά. Να εξειδικεύω. Να προσωποποιώ. Να στέκομαι σε λεπτομέρειες που αισθάνομαι ότι θέλω να φωτίσω, γιατί έχουν αξία και σημασία. Και ταυτόχρονα, να γενικεύω, να κατηγοριοποιώ, να εντάσσω. Να έχω, σε κάθε περίπτωση, κριτήρια. Για τα οποία, το ξέρω, κρίνομαι. Αυστηρά, σας παρακαλώ, αλλά όχι μόνο. Και τρυφερά, και καλοπροαίρετα.

Αγγελική Κώττη