Νέλλη Βουτσινά: Αναγνωστική αδεία

Έχοντας για χρόνια δουλέψει σε βιβλιοπωλεία, είχα μέσα στ άλλα την ευκαιρία κάθε τόσο να ξαφνιάζομαι από την επικοινωνιακή δραστικότητα των βιβλίων. Εξηγούμαι, γιατί δεν εννοώ μ αυτό το εντελώς αυτονόητο, ότι δηλαδή η λογοτεχνία μέσα σ όσα μπορεί να της αποδώσει ή και να της καταλογίσει κανείς θα συνιστά πάντα και μια πράξη επικοινωνίας. Εννοώ κυρίως, πόσο προνομιακή επικοινωνία επιτυγχάνεται με αφορμή ένα βιβλίο, ή στην προκειμένη με αφορμή την αναζήτηση για ένα βιβλίο: Ο άγνωστος που έχεις μπροστά σου είναι ένας πελάτης, που είναι εδώ με σκοπό ν αγοράσει αυτό που θα του πουλήσεις και άρα δε μιλάμε για κάτι παραπάνω από μια υποτυπώδη εμπορική συναλλαγή. Μια εμπορική συναλλαγή όμως που στην πορεία της διεκπεραίωσής της και προκειμένου να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα (αυτό που θα αγοραστεί να είναι αυτό που ο άγνωστος αναζητά χωρίς συχνά να το ξέρει), ό,τι σαν πληροφορία ανταλλάσσεται αναγκαστικά ξεφεύγει από το επίπεδο της τετριμμένης αβρότητας και της απλής παράθεσης των χρηστικών παραμέτρων. Εφόσον η ανάγνωση παραμένει μια από τις ιδιωτικότερες των πράξεων και εφόσον ο χώρος που στοχεύει είναι κατά κανόνα ο εσωτερικότερος δυνατός, όταν οι άνθρωποι μιλούν για τα βιβλία που αγαπούν, ή όταν προσπαθούν να περιγράψουν το βιβλίο που θα θελαν να διαβάσουν, γίνονται αναγκαστικά προσωπικοί, αφού αναγκαστικά μιλούν για κάτι πολύ δικό, ιδιωτικό και ως εκ τούτου πολύτιμο. Έτσι μ αυτό τον άγνωστο, συχνά βρίσκεσαι να έχεις ανταλλάξει πολύ περισσότερα από τα δέοντα της συναλλαγής, βρίσκεσαι να προκύπτει να μοιραστείς μέχρι και προσωπικές αγωνίες, ακόμα και συνενοχή. Και σίγουρα βρίσκεσαι να έχεις ανοίξει μία συζήτηση, που διαμέσου των βιβλίων εμπλουτίζεται και ανατροφοδοτείται, και ακόμα και όπου ακούγεται θεωρητική, είναι (αν ξέρεις πραγματικά ν ακούς) στο βάθος της πολύ προσωπική. Δεν αποφεύγω το αυτονόητο τελικά λέγοντας, ότι μιλώντας για βιβλία μιλάμε πάντα για τις αγωνίες μας, όμως αυτήν ακριβώς την επικοινωνιακή δραστικότητα της λογοτεχνίας, θέλω να δοκιμάσω και αν είναι δυνατόν να απολαύσω και εδώ.

Αλλά το αίτημα της επικοινωνίας, αν και βασικό δεν είναι μόνο. Υπάρχει και ένα σαφέστατα προσωπικό, μπορώ μάλιστα και απερίφραστα να το χαρακτηρίσω καθαρά εγωιστικό αίτημα, και που επωφελείται από αυτό το ιδανικό πεδίο για ασκήσεις γραφής και ύφους ή αλλιώς την ελεύθερη και επί ίσοις όροις συνύπαρξη των πολλών εγωισμών, που είναι η μπλογκόσφαιρα. Προσωπικό στοίχημα εδώ, η εκλέπτυνση των όποιων αισθητηριακών εργαλείων, μ άλλα λόγια η εμβάθυνση στην ανάγνωση και η άσκηση στη γραφή. Δύο πράγματα αλληλένδετα, όπως πολύ συχνά διαπιστώνω και μόνο από το γεγονός πως υπάρχουν φορές, που σημαντικές παραμέτρους ενός βιβλίου τις ανακαλύπτω κατά τη διάρκεια της γραφής του εκάστοτε κομματιού, και αυτό φαντάζομαι λέει πολλά για τη γραφή σαν γνωσιακή διαδικασία. Το σίγουρο είναι, ότι μ αυτό τον τρόπο η γραφή γίνεται μέρος της αναγνωστικής περιπέτειας και βασική της αποσκευή. Και ένα ακόμα πιο σίγουρο, ότι αυτή η περιπέτεια προκύπτει έτσι ακόμα πιο γοητευτική. Και σου μένει στο τέλος (για λίγο), η όση αναλογεί, ανταμοιβή μιας κάποιας έκφρασης…

Αλλά στο θέμα της γοητείας θέλω να επιμείνω, γιατί την γοητεία δεν θέλω να θυσιάσω ούτε διαβάζοντας, ούτε μετα-γράφοντας. Δεν ξέρω αν ισχύει το επιχείρημα ότι η ανάλυση ή ο σχολιασμός το πρώτο που σκοτώνουν είναι η γοητεία, το σίγουρο πάντως είναι πως η κριτική ματιά έχει χαρακτηριστεί (δεν θυμάμαι από ποιόν) σαν μια αλαζονική ανάγνωση, και πολλές φορές καλά κάνει και είναι -σαν βιβλιοπώλης έχω διαπράξει διάφορες τέτοιες, το ομολογώ. Όμως ξέρω πως ανέκαθεν προτιμούσα (και πολλές φορές ευγνωμονούσα), εκείνη την ανάγνωση και κατ επέκταση ανάλυση ή σχολιασμό, που βρίσκει τον τρόπο χωρίς να στέκεται γοητευμένη -και πάντα χέρι χέρι με το κείμενο, να διαπερνά το θάμπωμα και να σκαλίζει το βυθό, αλλά να διασώζει όσο καλύτερα μπορεί, τη γοητεία. Μαζί (απαραίτητο) και κάποιες νησίδες σημασίας. Τέτοιες είναι οι αναγνώσεις που θέλω να προσπαθήσω.

Νέλλη Βουτσινά